
Κεφάλαιο Πέντε : Το Κοινό
«Θέλετε να σας περιμένω;» Ο Νίκος κοίταξε πρώτα το ταξίμετρο κι έπειτα τον οδηγό. Η διαδρομή από την Αθήνα είχε

«Θέλετε να σας περιμένω;» Ο Νίκος κοίταξε πρώτα το ταξίμετρο κι έπειτα τον οδηγό. Η διαδρομή από την Αθήνα είχε

«Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο;» Η Ντίνα σήκωσε το βλέμμα από μια στοίβα βιβλία που είχαν μόλις φτάσει. Γύρω της υπήρχαν ανοιχτά

«Αυτή είναι η μοναδική σας αποσκευή;» Ο Νίκος κοίταξε την υπάλληλο του αεροδρομίου σαν να μην είχε καταλάβει την ερώτηση.

(..για εκείνα που δεν λέγονται, μα σε τραβούν..) Το σπίτι είχε αντέξει πολλά.. Την απουσία.. Τη σιωπή.. Τα φαντάσματα που

Κανείς δεν κατάλαβε πώς ξεκίνησε.. Μόνο ότι ξαφνικά, οι κάρτες ήταν παντού.. Έπεφταν από τη στέγη, ξεπηδούσαν από το τζάκι,

(..Η Φιλία Πριν τον Χρόνο) Το σπίτι είχε σωπάσει.. Όχι από φόβο, αλλά από δέος.. Ήταν η πρώτη φορά που

(..και Το Ξίφος Που Δεν Ξεχάστηκε) Το δωμάτιο με το πιάνο δεν είχε ανοιχτεί από τότε.. Η σκόνη είχε καλύψει

(Η Βιβλιοθήκη Ξυπνά) Κάποιοι λένε πως το σπίτι της Ταλίθα και του Πωλ ήταν στοιχειωμένο. Όχι από φαντάσματα, αλλά από

Υπήρχαν νύχτες που ο Πωλ δεν χωρούσε πια μέσα στο ίδιο του το σώμα…Που ο αέρας έμοιαζε στενός, και οι

Ο χρόνος δεν περνά όπως επιμένουν τα ρολόγια… Περνά μέσα από μάτια που αλλάζουν…Και στα μάτια του Πωλ, κάτι είχε

Ταλιθά… Δεν ξέρω αν αυτό είναι το τελευταίο μου γράμμα, ή το πρώτο μου τέλος… Δεν σου γράφω πια για

Ταλιθά μου, Σε νιώθω πιο έντονα μέσα στις σιωπές μου… Όταν τα χέρια μου αγγίζουν τον αέρα χωρίς να ξέρουν

Γράμμα από την Άλλη Όχθη Πωλ, Δεν ξέρω αν εκεί που βρίσκεσαι είναι μέρα ή νύχτα…Εδώ, δεν υπάρχουν ώρες…Μόνο μικρές

Το Τέλος – Ένας Σιωπηλός Αποχαιρετισμός Η Ταλιθά έφυγε πρώτη..Ένα βράδυ, όταν η λίμνη ήταν γαλήνια και το φεγγάρι ολόγιομο,

Η αυγή ανέτειλε απαλά πάνω από τη λίμνη. Τα νερά είχαν ξαναβρεί την ησυχία τους, σαν να μην είχαν ταραχτεί

Κάποιες αγάπες λάμπουν πιο δυνατά.. λίγο πριν σβήσουν.. Η λίμνη είχε πάντα μαγεία μέσα της, μα κανείς δεν το ήξερε,

Μια Καταιγίδα που Δεν Ήταν Απλώς Καταιγίδα Εκείνη τη νύχτα, ο άνεμος δεν φυσούσε απλώς.. θυμόταν.. Κατρακυλούσε από τα βουνά,

Εκεί, στην καρδιά της φύσης, στέκει ένα ξύλινο σπιτάκι με μία μονάχα κρεβατοκάμαρα, δίπλα σε μια λίμνη που γνωρίζει όλες
Το The written loom έχει την τιμή να βασίζεται στο WordPress