Κανείς δεν κατάλαβε πώς ξεκίνησε..
Μόνο ότι ξαφνικά, οι κάρτες ήταν παντού..
Έπεφταν από τη στέγη, ξεπηδούσαν από το τζάκι, σφήνωναν κάτω από την πόρτα με δύναμη τέτοια που τα ξύλα έτριζαν από λέξεις..
Κάρτες για την Ταλίθα..
Άγνωστα ονόματα..
Άγνωστες γλώσσες..
Και όμως, όλες… ήξεραν ποια έψαχναν..
Το γραμματοκιβώτιο ξέσπασε..
Ξεχείλισε σαν να έβραζε.
Και κάποια στιγμή, πέταξε με φόρα στο πάτωμα και διαλύθηκε, όχι από χτύπημα, αλλά από αδυναμία να κρατήσει άλλο μέσα του την αναμονή..
Τα μελάνια άρχισαν να τρέμουν..
Ένα-ένα τα βαζάκια σηκώθηκαν ελαφρώς από τα ράφια, σαν να ήθελαν να χορέψουν, μα δεν ήξεραν τι χορό..
Και τότε… ξέσπασαν..
Άρχισαν να γράφουν πάνω στον τοίχο..
Όχι με πένα..
Με τον εαυτό τους..
Λέξεις που δεν υπήρχαν στο λεξικό..
Γραμμές που έσταζαν μνήμη..
Φράσεις που έμοιαζαν με προσευχή, μα χωρίς Θεό..
«Δεν ήρθες.»
«Ήμουν εδώ.»
«Πόσες ζωές ακόμα;»
«Μη σβήσεις.»
Οι πάπυροι σηκώθηκαν από τα ντουλάπια, και ανέμισαν σαν σημαίες σε πόλεμο χωρίς ήττα..
Χωρίς αέρα..
Χωρίς χέρια..
Τα βιβλία άνοιξαν με βία..
Οι σελίδες γύριζαν τρελά, όπως ο χρόνος όταν χάνει τον δρόμο του..
Η σκόνη δεν έπεφτε πια απαλά..
Έσκαγε στο πάτωμα σαν στάχτη που θυμήθηκε ότι ήταν φωτιά..
Και έξω… ένας άνθρωπος πέρασε τυχαία από το δρομάκι..
Σταμάτησε.. Κοίταξε το σπίτι..
Από τα παράθυρα πετούσαν καρτ ποστάλ..
Από την καμινάδα έβγαινε χρυσό μελάνι..
Οι τοίχοι έτρεμαν..
Οι κουρτίνες χόρευαν..
Και κάτι άρχισε να μουρμουρίζει μέσα στο ξύλο..
Δεν ήξερε τι να υποθέσει..
Ούτε τι να πει..
Μόνο έμεινε να κοιτάζει..
Και κάπου, μέσα από τα φύλλα ενός παλιού σημειωματάριου που τον χτύπησε στον ώμο καθώς περνούσε, διάβασε γραμμένο με ψιθυριστή πένα:
“Αυτό που άφησες, σε ψάχνει.
Μη φύγεις πριν απαντήσεις.”
Συνεχίζεται..



Αφήστε μια απάντηση