Κεφάλαιο Πέντε : Το Κοινό

«Θέλετε να σας περιμένω;»

Ο Νίκος κοίταξε πρώτα το ταξίμετρο κι έπειτα τον οδηγό. Η διαδρομή από την Αθήνα είχε κοστίσει περισσότερο απ’ όσο περίμενε, όμως δεν είχε και πολλές επιλογές. Δεν γνώριζε την περιοχή, ο χρόνος του στην Ελλάδα ήταν περιορισμένος και δεν ήθελε να χάσει άλλη μία ημέρα προσπαθώντας να βρει τον δρόμο.

«Όχι ευχαριστώ.. Σας παρακαλώ ελάτε να με πάρετε σε μία ώρα.»

Ο οδηγός έγνεψε καταφατικά, επιβεβαίωσε την ώρα και ξεκλείδωσε τις πόρτες..

Το ταξί είχε σταματήσει πίσω από ένα γαλάζιο αυτοκίνητο με ελληνικές πινακίδες. Ο Νίκος το πρόσεξε καθώς κατέβαινε. Δεν περίμενε να βρει κανέναν άλλον εκεί. Ο δρόμος ήταν σχεδόν έρημος και η περιοχή είχε εκείνη την παράξενη ακινησία που αποκτούν οι αρχαίοι τόποι καθώς η ημέρα αρχίζει να πλησιάζει προς το τέλος της.

Κάποιος είχε φτάσει πριν από εκείνον..

Το ταξί απομακρύνθηκε, αφήνοντας πίσω του ένα μικρό σύννεφο σκόνης. Ο Νίκος έμεινε για λίγο ακίνητος, με το βιβλίο μέσα στο σακίδιό του και την καρτ ποστάλ χωμένη σε μία από τις εξωτερικές τσέπες.

Ο απογευματινός ήλιος ήταν ακόμη δυνατός, όμως δεν έκαιγε πια όπως λίγες ώρες νωρίτερα. Ένα ελαφρύ μελτέμι είχε σηκωθεί, αναταράσσοντας τα ξερά χόρτα στην πλαγιά. Από κάπου μακριά ερχόταν η μυρωδιά της θάλασσας.

Άρχισε να βαδίζει προς το θέατρο..

Τότε την είδε..

Η μορφή μιας γυναίκας στεκόταν χαμηλότερα, κοντά στις πέτρινες σειρές των καθισμάτων.. Του είχε γυρισμένη την πλάτη και δεν φαινόταν να τον έχει αντιληφθεί..

Ο Νίκος επιβράδυνε το βήμα του, περισσότερο από έκπληξη παρά από δισταγμό. Είχε ταξιδέψει μέχρι εκεί ακολουθώντας μια καρτ ποστάλ, χωρίς να γνωρίζει σε ποιον ανήκε. Για κάποιον λόγο, είχε φανταστεί πως, όταν τελικά θα έφτανε, ο τόπος θα τον περίμενε άδειος.

Δεν έδωσε περισσότερη σημασία στη γυναίκα. Δεν είχε έρθει εκεί για να συναντήσει κάποιον ούτε για να εξηγήσει τον λόγο της παρουσίας του. Είχε έρθει για να δει αν το θέατρο υπήρχε πράγματι όπως εμφανιζόταν στην εικόνα, και ίσως για να καταλάβει γιατί μια φράση γραμμένη για κάποιον άλλον είχε καταφέρει να τον τραβήξει στην άλλη άκρη του κόσμου.

Προχώρησε μέσα στον αρχαίο χώρο.

Το θέατρο ήταν πιο παράξενο απ’ όσο φαινόταν στην καρτ ποστάλ. Οι πέτρινες σειρές του δεν σχημάτιζαν τον τέλειο κύκλο που περίμενε. Ακολουθούσαν τη μορφή του εδάφους, σαν να είχαν συμφωνήσει να προσαρμοστούν στις ατέλειές του αντί να τις διορθώσουν.

Η γυναίκα στεκόταν λίγα μέτρα μακριά, παρατηρώντας τα καθίσματα. Στο ένα της χέρι κρατούσε ένα παλιό βιβλίο με σκούρο γκρίζο εξώφυλλο.

Δεν είχε ακούσει τα βήματά του.

Ο Νίκος έβγαλε την καρτ ποστάλ και την κράτησε μπροστά του, συγκρίνοντας την εικόνα με το θέατρο. Το ίδιο ασύμμετρο σχήμα. Οι ίδιες πέτρινες σειρές. Ο ίδιος λόφος να υψώνεται στο βάθος.

Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία.. Είχε βρει τον τόπο! .. και τώρα?

Καθώς γύριζε την κάρτα για να διαβάσει για ακόμη μία φορά το μήνυμα, το μελτέμι δυνάμωσε. Η καρτ ποστάλ γλίστρησε από τα δάχτυλά του, στροβιλίστηκε στον αέρα και σύρθηκε πάνω στο έδαφος, ώσπου σταμάτησε δίπλα στα πόδια της γυναίκας.

Εκείνη τινάχτηκε ξαφνιασμένη.

Έκανε ένα βήμα πίσω και στράφηκε απότομα. Μόνο τότε κατάλαβε πως δεν ήταν μόνη.

Ο Νίκος σήκωσε το ένα του χέρι, σαν να ήθελε να την καθησυχάσει.

«Συγγνώμη. Την πήρε ο αέρας.»

Η γυναίκα τον κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει. Δεν είχε ακούσει αυτοκίνητο, βήματα ή φωνή. Μέχρι πριν από λίγα δευτερόλεπτα, πίστευε πως ολόκληρο το θέατρο της ανήκε.

Έσκυψε και σήκωσε την καρτ ποστάλ.

Πρώτα κοίταξε την εικόνα. Έπειτα κοίταξε το θέατρο γύρω τους.

«Ήρθατε εδώ εξαιτίας της καρτ ποστάλ;» τον ρώτησε.

Ο Νίκος πλησίασε για να την πάρει από τα χέρια της.

Θα μπορούσε να της είχε πει την αλήθεια. Πως είχε βρει την κάρτα μέσα σε ένα βιβλίο από μια δημοτική βιβλιοθήκη. Πως το μήνυμα στο πίσω μέρος τον ακολουθούσε επί ημέρες. Πως είχε διασχίσει τον μισό κόσμο χωρίς να γνωρίζει ποιος το είχε γράψει ή αν προοριζόταν ποτέ για εκείνον.

Αντί γι’ αυτό, χαμογέλασε.

«Όχι. Ήθελα απλώς να δω το θέατρο.»

Μέσα στην τσάντα της γυναίκας, η μαύρη πέτρα ζεστάθηκε.

Το ένιωσε, αλλά δεν αντέδρασε. Του έδωσε την καρτ ποστάλ και προσπάθησε να φερθεί σαν να ήταν απολύτως συνηθισμένο να συναντά έναν άγνωστο άνδρα σε έναν σχεδόν έρημο αρχαιολογικό χώρο.

«Έρχεστε συχνά εδώ;» τη ρώτησε ο Νίκος.

Η γυναίκα δίστασε.

Δεν ήθελε να παραδεχτεί πως ζούσε τόσο κοντά κι όμως δεν είχε επισκεφθεί ποτέ το θέατρο. Ούτε ήθελε να εξηγήσει το βιβλίο, τη φωτογραφία ή τη μαύρη πέτρα που έκαιγε τώρα μέσα στην τσάντα της.

«Μερικές φορές», απάντησε.

Η πέτρα είχε ζεσταθεί υπερβολικά για να μπορέσει να την αγνοήσει. Έβαλε το χέρι στην τσάντα για να τη βγάλει, αλλά μόλις την άγγιξαν τα δάχτυλά της, της έπεσε.

Ο οψιδιανός χτύπησε πάνω στην πέτρα ανάμεσά τους.

Την ίδια στιγμή, μια ισχυρή δέσμη φωτός σάρωσε το θέατρο.

Στράφηκαν και οι δύο προς τη θάλασσα. Ο ήλιος δεν είχε ακόμη δύσει, κι όμως ο φάρος Βρυσάκι είχε ζωντανέψει.

Η δέσμη επέστρεψε, αυτή τη φορά πιο αργή και πιο επίμονη. Πέρασε πάνω από τις πέτρινες σειρές, κατέβηκε προς τη σκηνή και έπεσε ακριβώς επάνω στον οψιδιανό.

Η μαύρη επιφάνειά του έγινε καθρέφτης.

Το φως πολλαπλασιάστηκε με τόση ορμή, ώστε ο Νίκος και η γυναίκα σκέπασαν τα μάτια τους. Τα πάντα γύρω τους έγιναν αφόρητα φωτεινά, όχι από το ζεστό φως του απογεύματος, αλλά από μια λευκή, αφύσικη λάμψη που έκανε τον αρχαίο τόπο να μοιάζει με θεατρικό σκηνικό.

Ένας συρτός ήχος ακούστηκε πίσω τους.

Στράφηκαν ταυτόχρονα.

Στην αρχή δεν είδαν κανέναν.

Ύστερα ακούστηκε ξανά. Και ξανά.

Ήταν ο ήχος ποδιών που μετακινούνταν πάνω στην πέτρα, υφασμάτων που έτριβαν τα καθίσματα, ανθρώπων που τακτοποιούνταν στις θέσεις τους λίγο πριν αρχίσει μια παράσταση.

Όταν η δέσμη του φάρου απομακρύνθηκε και μπόρεσαν να ανοίξουν ξανά τα μάτια τους, οι πέτρινες σειρές δεν ήταν πια άδειες.

Άνθρωποι κάθονταν παντού, ακίνητοι και σιωπηλοί, με τα πρόσωπά τους στραμμένα προς εκείνους.

Κανείς από τους δύο δεν μίλησε.

Μόλις λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα, ο Νίκος και η γυναίκα πίστευαν πως ήταν μόνοι.

Τώρα υπήρχε κοινό.

Και, χωρίς να γνωρίζουν πώς είχε συμβεί, είχαν βρεθεί στο κέντρο της παράστασης.

Τέλος Πρώτου Μέρους

Το Δεύτερο Μέρος Έρχεται τον Αύγουστο

Ποιοι είναι οι σιωπηλοί θεατές που γέμισαν το αρχαίο θέατρο;

Γιατί ο φάρος Βρυσάκι ψηλώνει με κάθε ψέμα;

Ποια ιστορία καλούνται να υποδυθούν, του Κέφαλου και της Πρόκριδας ή τη δική τους;

Και πόση αλήθεια θα χρειαστεί να παραδώσουν προτού το θέατρο τους επιτρέψει να φύγουν;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: This content is reserved for quiet readers.. thank you..