Μία Καρδιά πάνω στην Άμμο..

Η Καρδιά στην Ακτή

Την τελευταία μέρα του καλοκαιριού, εκεί όπου τελειώνει ο κόσμος των ανθρώπων και αρχίζει η σιωπή της θάλασσας, εκείνος ήρθε μόνος.

Κρατούσε στα χέρια του ένα ξυλάκι — απλό, σχεδόν ασήμαντο — που είχε βρει στις βόλτες τους, εκείνον τον πρώτο Αύγουστο, όταν όλα ήταν ακόμη καινούργια.. Το είχε κρατήσει, χωρίς να ξέρει γιατί.. Ίσως επειδή, όταν την είχε δει να το πετά στον αέρα γελώντας, ήξερε πως αυτή η στιγμή θα του γλιστρούσε κάποτε..

Γονάτισε στην υγρή άμμο.. Το κύμα πλησίαζε, αλλά δεν βιαζόταν.. Άφησε το ξυλάκι να σταθεί όρθιο, ακριβώς στο κέντρο μιας καρδιάς που χάραξε με τα χέρια του.. Μια καρδιά όχι για να κρατήσει, αλλά για να θυμάται..

Ο ήλιος έδυε ντροπαλά πίσω απ’ τα σύννεφα.. Το φως του έπεφτε κατευθείαν πάνω στο ξυλάκι, σαν να το ευλογούσε.,. Η αντανάκλαση στο νερό έμοιαζε με σπαθί φωτός, ένας φάρος για ό,τι χάθηκε, ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ..

Πίσω του, κανείς.. Μπροστά του, μόνο η θάλασσα.. Και λίγο πιο πέρα, το νησάκι που της είχε υποσχεθεί ότι θα πάνε «κάποια μέρα».. Δεν πήγαν ποτέ..

Έμεινε λίγα λεπτά εκεί, χωρίς να μιλά.. Δεν χρειαζόταν.. Η θάλασσα ήξερε.. Ο άνεμος είχε ακούσει τα γέλια τους.. Η άμμος είχε κρατήσει τα αποτυπώματά τους..

Και τώρα, ένα μικρό ξυλάκι στεκόταν μόνο του, σαν υπόσχεση..

Όχι για επιστροφή..

Αλλά για ανάμνηση..

Συνεχίζεται..

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: This content is reserved for quiet readers.. thank you..