“Η Διαδρομή που Ήξερε Πού Πηγαίνω”
Δεν ήταν ακριβώς ταξίδι..
Ήταν περισσότερο ένα κάλεσμα..
Κάτι ανάμεσα σε δάσος, δρόμο και ανάσα..
Ξεκίνησα από την Αθήνα..
Η πόλη με άφησε με τη συνήθη της αντίσταση – σαν να μην ήθελε να με αποχωριστεί εύκολα..
Αλλά εγώ ήξερα πως κάτι με περίμενε πιο πάνω.. Όχι άνθρωπος, ούτε μέρος.. Μια αίσθηση.. Μια υπόσχεση ελπίδας..
Πέρασα τη γέφυρα της Χαλκίδας – νερά από κάτω, σκέψεις από πάνω..
Έπειτα Προκόπι.. Τα δέντρα πιο ψιθυριστά εδώ.. Σαν να με γνώριζαν από παλιά..
Κι εκείνη η ευθεία…
Με το φως να κρύβεται πίσω από σύννεφα σαν στάχτη..
Με τα πεύκα να λυγίζουν λίγο προς τα μέσα, σαν να ήθελαν να μ’ αγκαλιάσουν.. ή να μου ψιθυρίσουν κάτι που μόνο όσοι προχωρούν προς τη Λίμνη μπορούν να καταλάβουν..
Το τιμόνι στα χέρια μου..
Αλλά η διαδρομή.. σαν να με πήγαινε από μόνη της..
Κάτι αλλάζει λίγο πιο πέρα. Το νιώθω..
Σαν να με πλησιάζει μια συμφωνία που είχα ξεχάσει να υπογράψω με τη ζωή μου..
Να μου υπενθυμίσει πως ο δρόμος δεν είναι πάντα φυγή — αλλά και επιστροφή..
Σε κάτι καθαρότερο..
Σε κάτι ήσυχο..
Σε μένα..
“Εκεί που Το Νερό Μιλούσε – Παραμύθι για Μια Διαδρομή προς τη Λίμνη”
Ξεκίνησα χωρίς θόρυβο. Μονάχα μια αίσθηση ότι κάτι μέσα μου ζητούσε επιστροφή..
Όχι σε μέρος.. Σε αίσθηση..
Η Αθήνα λοιπόν ήταν πίσω μου. Η γέφυρα της Χαλκίδας είχε περάσει πολύ γρήγορα, σαν να ήθελε να μη με κρατήσει αυτή τη φορά. Ο δρόμος προς το Προκόπι πρασίνιζε, και κάπου ανάμεσα στα πεύκα, ο ουρανός άρχισε να αλλάζει. Φως και σύννεφα παίζανε κυνηγητό.
Η διαδρομή άνοιγε σαν στόμα που κρατούσε χρόνια λέξεις..
Κι εγώ τις άκουγα, μία-μία..
Έφτασα στην παραλία της Λίμνης..
Ο ήλιος πάλευε με τα σύννεφα..
Το κύμα ήταν αχνό, σχεδόν υπνωτικό..
Ένα παγκάκι — άδειο, περιμένοντας μια σκέψη..
Και πιο πέρα, καφές, ομπρέλες, και άνθρωποι που δεν με ήξεραν, αλλά μου χαμογέλασαν χωρίς λόγο..
Ήταν εκεί που η ηρεμία δεν σε ρωτούσε αν την αξίζεις — απλώς σου δινόταν..
Λίγο πιο πάνω, εκεί κοντά στα σπίτια με τις αυλές, μια γάτα κοιμόταν μέσα σε ένα πιθάρι, αγκαλιασμένη με τη δροσιά της πικροδάφνης.
Σαν να ήξερε ότι δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα για να είσαι ευλογημένος. Μονάχα να βρεις το σωστό μέρος να ξαπλώσεις.
Και μετά — η λίμνη. Όχι η παραλία. Η άλλη. Η μυστική..
Η λίμνη του Τρούπι.
Κρυμμένη σε βράχια. Βαθιά, γαλάζια, αστραφτερή σαν ψίθυρος..
Νερό που δεν τελειώνει..
Βράχια που στέκονται σαν σκηνικό σε αρχαίο όνειρο..
Ο ουρανός να καθρεφτίζεται μέσα της — και εγώ, δίπλα, ακίνητη..
Εκεί κατάλαβα πως αυτή η εκδρομή δεν ήταν απλώς αλλαγή παραστάσεων..
Ήταν μια επιστροφή στην εκδοχή μου που πιστεύει πάλι..
Που μπορεί να ελπίζει χωρίς να φοβάται ότι θα προδοθεί..
Η λίμνη μίλησε. Όχι με λέξεις — με παρουσία.
Και εγώ απάντησα: «Ναι, είμαι εδώ. Και όλα αρχίζουν από αυτό το νερό.»
Και η μέρα συνέχισε. Όχι πια με βιασύνη.. Αλλά με εκείνη την αίσθηση του “είμαι καλά”.
Όπως όταν κοιμάσαι με ασφάλεια. Όπως όταν κάποιος σου χαϊδεύει τα μαλλιά, χωρίς να στο πει..
Μέχρι την επόμενη εκδρομή… να θυμάσαι πως μερικές αποδράσεις δεν είναι πολυτέλεια — είναι επιστροφή..
Σε μέρη, σε βλέμματα, σε λέξεις.. Μα πάνω απ’ όλα, σε μια εκδοχή του εαυτού σου που σε αγαπά, χωρίς να βιάζεται..
Τατιάνα,








Αφήστε μια απάντηση