Μια φορά, όχι πολύ μακριά από εδώ, ζούσε μια γυναίκα που είχε μάθει να μαζεύει τον κόσμο μέσα σε μικρά κουτιά.. Στο ένα φύλαγε φωτογραφίες, στο άλλο μισογραμμένες επιστολές, και στο πιο κρυφό από όλα, κρατούσε τα όνειρα που δεν είχε τολμήσει να πει σε κανέναν..
Τις μέρες που ο ουρανός γινόταν γκρίζος, έβγαινε στην αυλή με μια κούπα ζεστό καφέ, κι εκεί, δίπλα στον αχνό, μιλούσε στον εαυτό της σαν να ήταν φίλη.. Ήξερε πως η ζωή της είχε περάσματα στενά και γεφύρια που τρίζουν, αλλά δεν φοβόταν πια να τα διασχίσει. Γιατί κάθε φορά που ένα βήμα την πήγαινε πίσω, έβρισκε μια γωνιά να ξεκουραστεί και να ξαναπάρει δύναμη..
Μια νύχτα, άκουσε χτύπους στην πόρτα.. Ήταν μια γυναίκα με ένα καλάθι μήλα και ένα χαμόγελο που μύριζε παλιά Χριστούγεννα.. Κάθισαν στο σαλόνι και μίλησαν για το παρελθόν, όχι με νοσταλγία, αλλά με εκείνη την απλή τρυφερότητα που έχουν όσοι ξέρουν ότι οι πληγές μπορούν να γίνουν δάσκαλοι..
Σιγά σιγά, η γυναίκα άρχισε να βλέπει πως η ζωή της ήταν φτιαγμένη από μικρές τελετουργίες: να ποτίζει τα φυτά κάθε πρωί, να πλένει τα φλιτζάνια με προσοχή, να αφήνει τα γράμματα να περιμένουν μέχρι να νιώσει ότι οι λέξεις έχουν ωριμάσει.. Στις βόλτες της, περνούσε πάντα από ένα παλιό σπίτι με πράσινη πόρτα.. Δεν ήξερε γιατί την τραβούσε εκείνο το σημείο, μα κάθε φορά ένιωθε πως κάτι μέσα της έβρισκε δρόμο να επιστρέψει σπίτι..
Και μια μέρα, αποφάσισε να ανοίξει εκείνο το κουτί με τα όνειρα.. Ήταν γεμάτο μικρά χαρτάκια, καθένα με μια υπόσχεση στον εαυτό της: να ταξιδέψει, να γράψει το βιβλίο που πάντα ανέβαλλε, να μάθει να ακούει τους άλλους με την καρδιά και όχι μόνο με τα αυτιά.. Δεν περίμενε να τα πραγματοποιήσει όλα, αλλά ήξερε πως ακόμα και το να τα κοιτάζει, της έδινε φτερά..
Έτσι, άρχισε να περπατά σε έναν δρόμο όπου οι λάμπες άναβαν μόλις πλησίαζε, σαν να την περίμεναν. Και κατάλαβε πως το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσε να κάνει στον εαυτό της, και στους ανθρώπους που αγαπούσε, ήταν να ζήσει με την αλήθεια της, ακόμα κι αν αυτή έμοιαζε απλή στα μάτια των άλλων..
Κι αν κάποιος την ρωτούσε τι ψάχνει, θα χαμογελούσε και θα έλεγε:
«Δεν ψάχνω πια. Μαζεύω μικρά θαύματα, και τα αφήνω να με βρουν.»
Τατιάνα,
(αφιερωμένο..)




Αφήστε μια απάντηση