Πριν ξεκινήσω το σημερινό κείμενο, νιώθω πως χρωστάω μια μικρή εξήγηση.. Το blog έμεινε πιο ήσυχο απ’ όσο συνήθως τον τελευταίο καιρό.. “Ησυχία” όχι από εκείνες τις ήρεμες, επιλεγμένες, αλλά περισσότερο από τις άλλες, τις λίγο άτσαλες, που έρχονται όταν κάτι σε τραβάει προς τα αλλού, όταν η προσοχή σου γεμίζει τόσο πολύ που δεν περισσεύει τίποτα για τις λέξεις, όσο κι αν το θες..
Και αυτό, όχι επειδή το αποφάσισα. Η σιωπή ήρθε μόνη της, όπως αδειάζει ένα δωμάτιο όταν όλοι βγαίνουν για λίγο έξω. Οι λέξεις ήταν ακόμη εκεί, κάπου κοντά, αλλά η ζωή ζητούσε πρώτα τα χέρια μου, τον χρόνο μου και την προσοχή μου.. Κάθε μέρα έμοιαζε σαν εκείνα τα τραπέζια που γεμίζουν σιγά σιγά με ποτήρια, πιάτα, χαρτάκια, μέχρι που συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει πια ελεύθερη επιφάνεια να αφήσεις κάτι ακόμη. Δεν έλειπε η διάθεση. Έλειπε ο χώρος.. Ο εσωτερικός πάγκος όπου ακουμπάς μια ιδέα, την κοιτάζεις λίγο από μακριά και αποφασίζεις πώς θέλεις να της μιλήσεις..
Δεν σταμάτησα να γράφω.. Η ανάγκη να κυνηγήσω μια σκέψη μέχρι την άκρη της, να μετατρέψω μια αίσθηση σε πρόταση, δεν φεύγει ποτέ πραγματικά. Μένει εκεί, σαν ένα φωτισμένο δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού, ακόμη κι όταν δεν προλαβαίνεις να μπεις μέσα..
Κάποιες νύχτες, λίγο πριν κοιμηθώ, ένιωθα σχεδόν τη χαραμάδα του φωτός κάτω από την πόρτα εκείνου του δωματίου.. Ήξερα ότι αν την άνοιγα, θα υπήρχαν προτάσεις που περίμεναν, σημειώσεις που ήθελαν να γραφτούν, σκέψεις που μου κούναγαν το χέρι. Απλώς τα πόδια μου δεν έφταναν μέχρι εκεί. Έμενα στο διάδρομο, με την υπόσχεση ότι «μια από αυτές τις μέρες θα μπω ξανά»..
Ούτε ξέμεινα από ιστορίες.. Αντιθέτως.. Ίσως να είχα περισσότερες από ποτέ. Μικρές ιστορίες κρυμμένες μέσα σε καθημερινές στιγμές, ιδέες που περίμεναν να μαζευτούν, εικόνες που ζητούσαν χώρο να αναπνεύσουν.. Απλώς έρχονταν όλες μαζί, πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούσα να τις κρατήσω..
Ήταν στιγμές που έλεγα μέσα μου: «Αυτό πρέπει να το γράψω κάπου». Η κίνηση ενός ανθρώπου στο μετρό, μια φράση που άκουσα τυχαία, ένας καφές που κρύωσε γιατί κάποιος χρειαζόταν κάτι πριν προλάβω να τον πιω.. Μικρά σημάδια που σε άλλες εποχές θα κατέληγαν σε παραγράφους, τώρα περνούσαν σαν τρένα που δεν πρόλαβα να επιβιβαστώ. Τα έβλεπα να φεύγουν με μια μικρή νοσταλγία, με την ελπίδα ότι ίσως κάποιο από αυτά θα γυρίσει ξανά με άλλη μορφή..
Και ύστερα ήρθε ο Μάιος.. Με τα δικά του σχέδια.. Και με ελάχιστο ενδιαφέρον για τα δικά μου.. Μπήκε στη ζωή μου σαν εκείνον τον επισκέπτη που φτάνει νωρίτερα απ’ ό,τι περιμένεις, μετακινεί τα έπιπλα, ανοίγει όλα τα παράθυρα και φεύγοντας σε αφήνει να αναρωτιέσαι τι ακριβώς συνέβη.. Ξαφνικά, πράγματα που υποτίθεται ότι θα γίνονταν «κάποια στιγμή» έγιναν «τώρα». Εκκρεμότητες που κοιμόντουσαν ήσυχα στη γωνία ξύπνησαν όλες μαζί και ζητούσαν προτεραιότητα.. Ο προγραμματισμός μου έμοιαζε με σημειωματάριο όπου κάποιος είχε γράψει πάνω από τα δικά μου γράμματα, με άλλο χρώμα, άλλη γραφή. Ήταν ακόμη η δική μου ζωή, αλλά δεν έμοιαζε ακριβώς με την εκδοχή που είχα στο μυαλό μου..
Υπήρχαν μέρες που δεν έβρισκα ούτε μια γωνιά να ακουμπήσω τις σκέψεις μου.. Περνούσα από υποχρέωση σε υποχρέωση.. Από φροντίδα σε φροντίδα.. Από μικρή φωτιά σε μικρή φωτιά.. Οι ώρες έλιωναν μεταξύ τους και οι μέρες αποκτούσαν έναν ρυθμό που δεν είχα επιλέξει αλλά έπρεπε να ακολουθήσω..
Κάθε πρωί ξεκινούσε με μια λίστα, γραμμένη ή άγραφη, και κάθε βράδυ συνειδητοποιούσα ότι άλλαξα τη σειρά σε όλα χωρίς να το έχω θελήσει. Κάποιος χρειαζόταν κάτι επειγόντως, κάτι χάλαγε, κάτι καινούργιο έκανε την εμφάνισή του, και ξαφνικά βρισκόμουν πάλι στη μέση μιας διαδρομής που δεν είχα χαρτογραφήσει. Δεν ήταν όλα δύσκολα. Πολλά ήταν όμορφα, γεμάτα νόημα. Αλλά ακόμη κι ό,τι αγαπάς μπορεί να σε εξαντλήσει, αν έρχεται αδιάκοπα, χωρίς παύση, χωρίς ανάσα.
Και το παράξενο ήταν πως, όπου κι αν γύριζα, άκουγα το όνομά μου..
Στο σπίτι.
Στη δουλειά.
Στο τηλέφωνο.
Μέσα σε λίστες.
Μέσα σε εκκρεμότητες.
Μέσα σε μικρές και μεγάλες ανάγκες.
Και, ίσως περισσότερο από παντού αλλού, μέσα στο ίδιο μου το κεφάλι.. Άκουγα το όνομά μου να καλείται για να λύσει, να οργανώσει, να θυμηθεί, να στηρίξει, να εξηγήσει. Άλλοτε τρυφερά, άλλοτε βιαστικά, άλλοτε απαιτητικά. Και μέσα σε όλα αυτά, μια δεύτερη φωνή, δική μου, ρωτούσε σιγανά: «Κι εσύ; Πού χωράς; Πότε θα σε καλέσει κάποιος χωρίς να θέλει κάτι από σένα;». Δεν ήταν ένα παράπονο με ένταση, περισσότερο μια ήρεμη διαπίστωση ότι ήμουν παρούσα για όλους, αλλά όχι πάντα παρούσα για τον εαυτό μου..
Για ένα διάστημα προσπάθησα να τα προλάβω όλα.
Να κρατήσω γερά το τιμόνι.
Να κινηθώ πιο γρήγορα.
Να ανταλλάξω λίγη ξεκούραση με λίγη ακόμη πρόοδο.
Έπιασα τον εαυτό μου να μπαίνει στον γνωστό αυτοματισμό: «Αν πιεστώ λίγο ακόμη, αν κοιμηθώ λίγο λιγότερο, αν αναβάλω αυτό που είναι για μένα, θα χωρέσουν όλα». Προσπάθησα να γίνω πιο αποδοτική, πιο οργανωμένη, πιο «ικανή». Λες και το θέμα ήταν απλώς να βρω το σωστό σύστημα διαχείρισης χρόνου, κι όχι να παραδεχτώ ότι ο χρόνος, κάποιες περιόδους, απλώς δεν φτάνει για όλα.
Κάπου όμως, μέσα σε όλο αυτόν τον θόρυβο, σταμάτησα να τρέχω.
Και απλώς παρατήρησα.
Παρατήρησα τι μου συνέβαινε.
Παρατήρησα τι κουβαλούσα.
Παρατήρησα πόσο εύκολα ξεχνώ τον εαυτό μου όταν προσπαθώ να φροντίσω τα πάντα γύρω μου.
Ήταν σαν να απομακρύνθηκα από την ακτή και να κοίταξα από πολύ μακριά τη διαδρομή μου. Είδα τις μέρες στη σειρά, τις μικρές παραχωρήσεις που έκανα χωρίς να το καταλαβαίνω, τις φορές που είπα «δεν πειράζει, αργότερα» για ό,τι είχε να κάνει με μένα. Και κατάλαβα ότι αυτό το «αργότερα» είχε αρχίσει να μετακινείται όλο και πιο μακριά, σαν ημερομηνία σε ημερολόγιο που δεν φτάνει ποτέ..
Κι εκεί, μέσα στο χάος, έμαθα μερικά πράγματα.. Όχι μεγάλες αποκαλύψεις ούτε αλήθειες που αλλάζουν τη ζωή μέσα σε μια νύχτα.. Αλλά εκείνα τα μικρά, αθόρυβα μαθήματα που αλλάζουν τον τρόπο που κοιτάζεις τον κόσμο.. Είναι τα μαθήματα που δεν συνοδεύονται από φανφάρες. Συνήθως τα καταλαβαίνεις ένα βράδυ που πλένεις τα πιάτα ή περπατάς μόνος σου μέχρι το σπίτι. Τα νιώθεις περισσότερο απ’ όσο τα σκέφτεσαι. Δεν έρχονται με τίτλους, αλλά με μια ελαφριά μετατόπιση μέσα σου, κάτι γυρνάει ένα χιλιοστό πιο δίπλα και ξαφνικά η εικόνα αλλάζει ελάχιστα, αλλά αρκετά ώστε να μη βλέπεις πια τα πράγματα όπως πριν.
Κατάλαβα πόσο εύκολα ξεχνώ να είμαι επιεικής με τον εαυτό μου..
Πόσο συχνά θεωρώ δεδομένο ότι πρέπει να αντέχω τα πάντα..
Πόσο γρήγορα μετατρέπω την κούραση σε ενοχή..
Σαν να σημαίνει η κούραση αποτυχία..
Σαν να είναι η ξεκούραση μια μορφή τεμπελιάς..
Τόσες φορές είχα πει σε άλλους «ξεκουράσου, το χρειάζεσαι», χωρίς ίχνος κριτικής. Κι όμως, όταν ερχόταν η σειρά μου, η ίδια φράση ακουγόταν διαφορετικά, σαν να κρυβόταν από πίσω της ένα «δεν τα κατάφερες όσο έπρεπε». Σαν να υπήρχε ένας αόρατος κανόνας που έλεγε ότι η αξία μου μετριέται από το πόσα προλαβαίνω, όχι από το πώς νιώθω μέσα σε αυτά που προλαβαίνω.. Κι όμως δεν είναι.. Η κούραση σημαίνει ότι είμαι άνθρωπος.. Η ξεκούραση σημαίνει ότι σέβομαι τα όριά μου..
Σημαίνει ότι αναγνωρίζω πως το σώμα και το μυαλό μου δεν είναι μηχανές, ότι δεν έχουν κουμπί «επανεκκίνηση» που τα φέρνει πάντα στο ίδιο σημείο. Ότι κάποια βράδια το πιο γενναίο πράγμα που μπορώ να κάνω είναι να πω «ως εδώ για σήμερα» και να το εννοώ, χωρίς να νιώθω πως εγκαταλείπω μια μάχη. Ότι υπάρχει μια διαφορετική μορφή δύναμης στο να σταματάς, όχι μόνο στο να συνεχίζεις.
Και πάνω απ’ όλα κατάλαβα πόσο ανάγκη έχω τις ιστορίες μου.. Όχι επειδή λύνουν τα προβλήματα.. Όχι επειδή με σώζουν από την πραγματικότητα.. Αλλά επειδή με βοηθούν να την καταλάβω.
Όταν γράφω, δεν εξαφανίζονται οι υποχρεώσεις, δεν εξαφανίζονται οι δυσκολίες. Απλώς παίρνουν σχήμα. Γίνονται προτάσεις με αρχή, μέση και, κάποιες φορές, τέλος. Εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο μια ασαφής πίεση, ξαφνικά εμφανίζονται λέξεις που μπορούν να την περιγράψουν.. Και μόνο αυτό, το να μπορείς να ονομάσεις κάτι, το κάνει λίγο πιο διαχειρίσιμο..
Οι ιστορίες μου δεν είναι μια πόρτα διαφυγής.. Είναι ένα παράθυρο που φέρνει αέρα μέσα στο δωμάτιο.. Ένας τρόπος να βάλω τάξη σε σκόρπιες ώρες.. Να αναγνωρίσω τα νήματα που ενώνουν τις εποχές της ζωής μου.. Να θυμηθώ ποια είμαι όταν όλα γύρω μου μοιάζουν να κινούνται πιο γρήγορα από μένα..
Μέσα από τις λέξεις μπορώ να επιστρέψω σε στιγμές που πέρασαν, να τις ξανακοιτάξω με άλλα μάτια, να βρω ίσως μια τρυφερότητα εκεί που πριν έβλεπα μόνο ένταση. Μπορώ να ανακαλύψω ότι αυτό που έμοιαζε ασύνδετο έχει, τελικά, μια λεπτή συνέχεια με κάτι παλιότερο. Ότι δεν είμαι απλώς ένα σύνολο από βιαστικές μέρες, αλλά μια ιστορία που γράφεται με τρόπο πιο ήπιο, πιο βαθύ, ακόμη κι όταν εγώ νιώθω χαμένη μέσα στο κεφάλαιο που ζω τώρα..
Κι έτσι επιστρέφω σήμερα.. Όχι με όλες τις απαντήσεις.. Δεν είμαι βέβαιη ότι έχω βρει ούτε όλες τις ερωτήσεις ακόμη.. Αλλά λίγο πιο σοφή σχετικά με τον εαυτό μου.. Λίγο πιο τρυφερή με τις αδυναμίες μου.. Λίγο πιο πρόθυμη να αποδεχτώ ότι η ανθρώπινη ζωή δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να μοιάζει με τέλεια ισορροπία..
Δεν νομίζω πια ότι υπάρχει κάποια μυστική συνταγή που, αν τη βρω, θα κρατήσει για πάντα τις μέρες σε ιδανική ευθεία. Αντίθετα, αρχίζω να υποψιάζομαι ότι η «ισορροπία» είναι κάτι που ξαναφτιάχνεις ξανά και ξανά, με μικρές κινήσεις, όπως όταν αλλάζεις ελαφρά τη στάση του σώματός σου για να μην σε πονέσει η μέση.. Και ότι είναι εντάξει αν μερικές φορές το καταλαβαίνεις αργά, αφού έχεις ήδη κουραστεί..
Κάποιες μέρες γέρνουν.. Κάποιες εβδομάδες μας παρασύρουν.. Κάποιες εποχές μοιάζουν να περνούν από πάνω μας σαν άνεμος..
Υπάρχουν περίοδοι που νιώθεις ότι σέρνεις τα πόδια σου πίσω από γεγονότα που τρέχουν. Άλλες που σε σηκώνουν, σχεδόν παρά τη θέλησή σου, σε ύψη που δεν είχες φανταστεί. Κι έπειτα υπάρχουν και εκείνες οι ήσυχες μέρες-γέφυρες, που δεν συμβαίνει τίποτα εντυπωσιακό, αλλά μέσα τους ωριμάζουν οι σκέψεις, σαν φρούτα που χρειάζονται χρόνο για να γλυκάνουν..
Ίσως το ζητούμενο να μην είναι να τα ελέγχουμε όλα.. Ίσως να είναι απλώς να παρατηρούμε πού βρίσκεται το βάρος και να μετακινούμαστε λίγο πιο απαλά μέσα του.. Να παραδεχόμαστε ότι «αυτή την περίοδο λείπω λίγο από τον εαυτό μου» χωρίς να το μετατρέπουμε σε κατηγορία. Να αναγνωρίζουμε ότι κάποιες φορές η προσοχή μας θα πάει σε άλλους, σε καταστάσεις, σε ανάγκες που δεν μπορούν να περιμένουν. Και ότι, όταν το βάρος πέφτει προς μια πλευρά, μπορούμε αργότερα να κάνουμε λίγα μικρά βήματα προς την άλλη, χωρίς βιασύνη, χωρίς θεαματικές δηλώσεις..
Και ίσως να είμαι πλέον πιο έτοιμη να ακούσω τις ιστορίες που ψιθυρίζουν οι ήσυχες στιγμές όταν επιτέλους τους δίνουμε χώρο να μιλήσουν.. Εκείνες τις στιγμές που δεν έχουν εντυπωσιακή εικόνα: ένα απόγευμα σε έναν καναπέ, μια βόλτα μόνος σου, το βλέμμα έξω από ένα παράθυρο. Συνήθως τις προσπερνάμε ως «κενό χρόνο», αλλά μέσα τους κρύβονται συχνά οι πιο καθαρές φωνές. Αν σκύψεις λίγο το κεφάλι προς τα μέσα, αν χαμηλώσεις τον θόρυβο, μπορείς να τις ακούσεις να λένε πολύ απλά πράγματα που όμως είχες ανάγκη να ακούσεις εδώ και καιρό.
Κάτι που με φέρνει στη σημερινή σκέψη.. Μια σκέψη απλή.. Μια σκέψη που ξεχνάω και ξαναβρίσκω ξανά και ξανά..
Ο ρυθμός της ζωής δεν είναι μόνο το κύμα που έρχεται.. Είναι και το κύμα που φεύγει.. Και τα δύο έχουν τη θέση τους.. Υπάρχουν περίοδοι εισροής, γεμάτες νέα πρόσωπα, νέες υποχρεώσεις, νέες εμπειρίες, όπου όλα μοιάζουν να καταφθάνουν μαζί στην ακτή. Και μετά έρχονται οι άλλες, οι πιο ήσυχες, που κάτι αποσύρεται, απομακρύνεται, αφήνοντας πίσω του κενά σημεία στην άμμο. Αυτά τα κενά συχνά μας τρομάζουν ή μας μπερδεύουν, αλλά είναι κι εκείνα απαραίτητα για να μπορέσουμε να δούμε τι έχει απομείνει, τι πραγματικά μετράει..
Η απομάκρυνση από την ησυχία δεν είναι αποτυχία.. Είναι η φυσική κίνηση μιας ζωής που συμμετέχει, που αγαπά, που φροντίζει, που ανταποκρίνεται όταν την καλούν.. Να χάνεις για λίγο την επαφή με τον εσωτερικό σου ρυθμό επειδή βοήθησες, στάθηκες, έτρεξες, δεν σημαίνει ότι απέτυχες να «προστατεύσεις τον εαυτό σου». Σημαίνει ότι είσαι μέσα στα πράγματα, ότι επιτρέπεις στον εαυτό σου να είναι κομμάτι μιας μεγαλύτερης ιστορίας, όσο αδέξια κι αν νιώθεις μερικές φορές μέσα της.. Το ζητούμενο ίσως δεν είναι να αποφεύγουμε τις περιόδους έντασης, αλλά να θυμόμαστε ότι δεν είναι ο μόνιμος ορισμός μας..
Αποτυχία είναι να ξεχάσεις ότι μπορείς να επιστρέψεις..
Γιατί η πόρτα παραμένει πάντα εκεί.. Και σήμερα, μετά από καιρό, την ανοίγω ξανά.. Όχι απαραίτητα με κάποιο μεγάλο σχέδιο. Απλώς γυρίζοντας αργά το χερούλι, αφήνοντας λίγο φως να μπει και βλέποντας τι υπάρχει ακόμη μέσα σε εκείνο το φωτισμένο δωμάτιο που περίμενε.. Ξέρω ότι ίσως ξανακλείσει για λίγο στο μέλλον, ότι η ζωή θα έχει ξανά μήνες σαν τον Μάιο.. Αλλά τώρα πια θυμάμαι κάτι σημαντικό: ακόμη κι όταν απομακρύνομαι, η διαδρομή της επιστροφής δεν χάνεται. Κι αυτό μου αρκεί για σήμερα..
Τατιάνα,


Αφήστε μια απάντηση