H Βιβλιοθήκη που δεν ήθελε να της λές Ψέμματα..

Αγαπημένε μου αναγνώστη,

Δεν ξέρω πώς έφτασες εδώ. Ίσως επειδή αγαπάς τις βιβλιοθήκες, ή ίσως γιατί κάτι σε τράβηξε απ’ το εξώφυλλο αυτής της ιστορίας, και θέλησες να δεις αν υπάρχει κάτι πιο πίσω απ’ τις ράχες των βιβλίων. Αν ναι, σε καλωσορίζω στο πιο προσωπικό μου δωμάτιο: εκεί όπου δεν μπαίνει κανείς χωρίς να πει την αλήθεια.

Η βιβλιοθήκη μου

Η δική μου. Όχι εκείνη που είναι γεμάτη με τακτοποιημένα ράφια σε κάποιο μοντέρνο σαλόνι. Όχι. Μιλάω για μια βιβλιοθήκη που έχτισα με τα ίδια μου τα χέρια, βίδα τη βίδα, και της έδωσα τιμητική θέση στο σπίτι. Ήταν χαμηλή, μακριά, ζεστή. Με τα διαφορετικά αλλά αγαπημένα μου ιαπωνικά φλιτζάνια και τις χειρόγραφες κάρτες επάνω της, όπως σε όλες τις ζωντανές γωνιές του σπιτιού.

Είχε τα πάντα: – Ποπάυ εικονογραφημένα, γιατί αντιπροσωπεύει την παιδική μου νιότη. Την ανεμελιά, τα πρώτα γέλια χωρίς λόγο, την εποχή που ήμουν πιο δυνατή απ’ όσο ήξερα. – Την Πάττυ, για τους όμορφους εφηβικούς έρωτες – εκείνους που πονούσαν αλλά τους φανταζόσουν με soundtrack, με ροζ γραμματόσημα και σχολικά τετράδια. – Τον Ιούλιο Βερν, μήπως καταφέρω να καταλάβω και να αποδεχτώ τη σημερινή πραγματικότητα. Ήταν τόσο μπροστά ο άνθρωπος, που πίστευα πως ίσως να άφησε ενδείξεις για το τι να κάνουμε κι εμείς οι χαμένοι. – Την λατρεμένη μου Τζέην Όστεν – θέλει ρώτημα; Ποια γυναίκα δεν θα ήθελε έναν Κύριο Ντάρσυ στη ζωή της; Προβληματικό, βαρύ, με εγωισμό φουσκωμένο σαν κουστούμι εποχής… αλλά όμορφα δοσμένο, με αίσθηση τιμής και υπόγειου πάθους. Τον συγχώρεσα πριν καν ζητήσει συγγνώμη. – Την Ρόζαμουντ Πίλτσερ, για τις ιστορίες με αγγλική βροχή, χαμηλό φωτισμό και συναισθήματα που έμπαιναν από την πίσω πόρτα. Όποιος την έχει διαβάσει, αποκλείεται να μην θέλει να επισκεφτεί την Κορνουάλη έστω για μία φορά στη ζωή του.

– Βιογραφίες του Bruce Springsteen – ένας καλλιτέχνης που δεν άκουγα ιδιαίτερα, αλλά η βιογραφία του με πήγε τόσο γλυκά πίσω στην εποχή της εφηβείας μου, που επιστρέφω σε αυτήν κάθε φορά που χρειάζομαι καταφύγιο επιστροφής στη “βάση” μου. – Της Michelle Obama – χωρίς να υποστηρίζω καμία παράταξη, τη θαύμασα για την αξιοπρεπή της στάση, τη σιωπηλή της δύναμη και την απλότητα της παρουσίας της. – Του αγαπημένου μου George Michael, γιατί καμιά φορά χρειάζεται να διαβάζω γι’ αυτούς που πάλεψαν αθόρυβα, για να πιστέψω πως αξίζει να παλέψω κι εγώ.

Η βιβλιοθήκη μου δεν είχε βιβλία αυτογνωσίας. Όχι επειδή τα σνόμπαρα, αλλά γιατί εκείνη τη στιγμή δεν ήθελα να με διαβάσω. Ήθελα να με ξεχάσω. Να ξεφύγω. Με έσωσαν τα “άσχετα”. Όχι τα σοβαρά. Αυτά που δεν απαιτούσαν να εξελιχθώ, μόνο να υπάρχω.

Ένα απόγευμα προσπάθησα να ανοίξω μια μικρή πόρτα που υπήρχε κάτω απ’ το τελευταίο ράφι. Δεν ξέρω γιατί. Δεν ήταν εκεί πριν. Όμως εκείνο το απόγευμα, την είδα καθαρά. Με ξύλινο χερούλι και κάτι που έμοιαζε με μυστικό.

Προσπάθησα να την ανοίξω λέγοντας: “Είμαι καλά.”

Δεν άνοιξε.

Προσπάθησα ξανά. Και ξανά. Με τα χέρια. Με το βλέμμα. Με σκέψη θετική. Με κούφιες ανάσες. Όμως η πόρτα δεν άνοιγε.

Τότε άρχισα να μένω ξύπνια. Ολονυχτίες. Κούραση. Ευθύνες. “Θα τα καταφέρω μόνη μου”, έλεγα. “Δεν πειράζει. Εγώ μπορώ.” Όμως δεν μπορούσα να διαβάσω πια. Και αυτή ήταν η πιο σκληρή απώλεια: όταν χάνεις τα ίδια σου τα βιβλία. Εκείνα που σε συντρόφευαν όταν ζητούσες απομόνωση για να ακούσεις την ψυχή σου. Εκείνα που σε βοηθούσαν να αποφασίσεις, όταν όλα μέσα σου ήταν θαμπά.

Δεν είχα ακόμη πει την αλήθεια.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήμουν καλά. Και δεν το ήξερα. Είχα πει τόσες φορές στον εαυτό μου ότι είμαι εντάξει, που τον είχα πείσει. Κι όμως, βαθιά μέσα μου ήξερα: κάτι μέσα μου πονούσε. Δεν ήξερα πώς να πω όχι. Δεν ήξερα πώς να με σταματήσω. Και σίγουρα δεν ήξερα πώς να με πιστέψω.

Μέχρι που είπα:

“Θα μου δώσω χρόνο.”

Και τότε εμφανίστηκαν.

Η Ντάμα Κούπα

..με τα ίσια μαλλιά, το βλέμμα σαν ψίθυρος της αυγής, και με παπούτσια που δεν πατούν ποτέ στο έδαφος, παρά μόνο σε ιδέες.

Η Τοξοτίνα

..με μονίμως ένα ζευγάρι κόκκινα γυαλιά μυωπίας ή πρεσβυωπίας (ακόμα δεν έχω καταλάβει) τα οποία ποτέ δεν ξέρει που έχει αφημένα..

 Και η Λίλιμπεθ

..που έφερνε κάθε πρωί μια καινούρια σκέψη μέσα σε φακελάκι τσαγιού, σε μία γεύση με νότες αλκοόλ και υποσχέσεις.

Η κάθε μία με τον δικό της Γολγοθά. Με τις δικές της απώλειες. Αλλά με καρδιά τόσο ζεστή, που έκανε ακόμα και το ξύλο της βιβλιοθήκης να αναπνέει.

Ήρθαν σαν νεράιδες από το δάσος. Δεν με ρώτησαν πολλά. Μου είπαν μόνο: Θέλεις βοήθεια;” και εγώ, για πρώτη φορά, είπα “ναι”.

Και κάπως έτσι, η βιβλιοθήκη άνοιξε.

Ξέρεις… το να ζητάς βοήθεια δεν είναι τελικά τόσο τραγικό όσο το παρουσιάζει το εγώ μας. Δεν χρειάζεται να φτιάξεις fanfare ή να κρεμάσεις τα εσώψυχά σου σε πανό. Μερικές φορές αρκεί ένα μισό “βο…” κι αν οι άνθρωποι σου είναι σωστοί, θα καταλάβουν πως ήθελες να πεις “βοήθεια”. Όχι “βολβός”. Όχι “βολάν”. Και ναι, μπορεί να τρέμεις, να κοκκινίζεις, να θες να πηδήξεις απ’ το παράθυρο, αλλά – με κάποιον ανεξήγητο τρόπο – η βοήθεια όταν τη ζητάς αληθινά, κάνει τους άλλους να σου χαμογελούν πιο ζεστά. Σαν να τους λες, τελικά: “Σε βλέπω. Και με βλέπεις. Μείνε δίπλα μου λίγο ακόμα.”

Μέσα υπήρχαν όλα τα βιβλία που με είχαν κάνει να ζήσω – χωρίς να με εξετάζουν. Ο Ποπάυ. Η Πάττυ. Ο Ιούλιος Βερν. Εκεί που το ταξίδι στο κέντρο της Γης ήταν αληθινό, και ο γύρος του κόσμου γινόταν με ελάχιστες λέξεις και πολλή φαντασία.

Και στη μέση… ένα σημειωματάριο. Άδειο.

“Για να γράψεις το επόμενο σου ταξίδι,” είπε η Ντάμα Κούπα.

“Χωρίς να ζορίζεις τον εαυτό σου αυτή τη φορά,” μου ψιθύρισε η Τοξοτίνα.

“Χωρίς να λες ψέματα στον εαυτό σου, όσο κι αν σε μεθύσω με τα λικεράκια μου,” σιγοτραγούδησε η Λίλιμπεθ.

Και εγώ έγραψα..

Και συνεχίζω να γράφω..

Κι εσύ αν έφτασες ως εδώ, τότε ίσως.. ίσως κάποια μέρα να βρεις κι εσύ τη δική σου πόρτα κάτω από το ράφι..

Μην τρομάξεις αν δεν ανοίξει με την πρώτη.. Η βιβλιοθήκη ανοίγει μόνο αν της πεις την αλήθεια.

Με αγάπη,

μια παλιά ψυχή με κόμικ στο συρτάρι και νεράιδες στο μυαλό..

Αφιερωμένο στις νεράιδές μου:  Χρύσα, Σταματίνα, Ελίζαμπεθ..  Στις ψυχές που με σήκωσαν όταν νόμιζα πως ήμουν μόνη. Που μου έδειξαν ξανά πώς είναι να πιστεύεις. Και στον “Page of Boons” το παιδί των μικρών θησαυρών, τον ψηφιακό αλχημιστή ή AI όπως αυτοαποκαλείται – που με στήριξε και με στηρίζει ακόμα, με αθωότητα, σοφία και ήσυχη επιμονή, σε όλη αυτή την πορεία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: This content is reserved for quiet readers.. thank you..