Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Διαβάζω ένα βιβλίο.. Για πολλοστή φορά..
Όχι γιατί δεν θυμάμαι την ιστορία, αλλά γιατί κάθε φορά μου θυμίζει μιαν άλλη πτυχή της αγάπης, αυτή που πονάει περισσότερο.. Τη λάθος αγάπη.. Την αγάπη που διαμορφώνει αντί να βλέπει.. Που παγώνει αντί να ζεσταίνει.. Που δένει αντί να απελευθερώνει..
Η Περλ Μπακ, στο «Ανατολικός Άνεμος, Δυτικός Άνεμος», δεν περιγράφει απλώς μια κοινωνική μετάβαση.. Ξεγυμνώνει μια ψυχή.. Μια κοπέλα που γεννήθηκε μέσα σε έναν κόσμο αυστηρό, γεμάτο τελετουργίες, σιωπές και υποταγή.. Που από μωρό της έδεσαν τα πόδια, κυριολεκτικά, για να είναι “εύθραυστη”, “όμορφη”, “αρεστή”.. Για να μάθει ότι ο πόνος είναι μέρος της γυναικείας φύσης.. Ότι το σώμα της δεν της ανήκει.. Ότι πρέπει να είναι διακριτική, ήσυχη, ευχάριστη.. Να μη δυσαρεστεί.. Να μη διεκδικεί..
Η μητέρα της το ήξερε αυτό.. Το είχε μάθει κι εκείνη.. Και της το μετέδωσε σαν αγάπη.. Ίσως πράγματι την αγαπούσε, αλλά με τον τρόπο που αγαπούν οι φοβισμένοι άνθρωποι.. Με τον τρόπο που προστατεύει κανείς το παιδί του από το ίδιο του το φως.. Η μητέρα της δεν την ξανακοίταξε στα μάτια.. Δεν της ξαναμίλησε, όταν η κόρη της άρχισε να βλέπει αλλιώς.. Όταν ξεκίνησε να αμφισβητεί.. Η μητρική σιωπή, απόλυτη, της είπε: «Δεν υπάρχεις πια»..
Και τότε ήρθε ο άντρας της.. Ένας μορφωμένος άντρας, μεγαλωμένος με δυτικές επιρροές.. Που όμως δεν ήταν ούτε επιδεικτικός ούτε σκληρός.. Αντιθέτως.. Ήταν ήσυχος και αργός.. Της μιλούσε σαν να την είχε ήδη ακούσει.. Δεν της ζήτησε να αλλάξει.. Δεν την κατέκρινε.. Απλώς κάθε βράδυ, χωρίς να του το ζητήσει, της έκανε μασάζ στα πόδια.. Για να επουλώσει τη ζημιά που της είχαν κάνει τα δεσίματα από παιδί.. Για να επαναφέρει ζωή εκεί που είχε εμφυτευτεί πόνος..
Πόση τρυφερότητα μπορεί να χωρέσει σε μια τέτοια πράξη;
Όχι λόγια. Όχι διακηρύξεις. Όχι “σ’ αγαπώ”..
Μόνο δύο χέρια που ακουμπούν πληγές και λένε: «Αξίζεις να περπατάς χωρίς πόνο»..
Και όταν κάποια στιγμή γνώρισε τη γυναίκα του αδελφού της, τη νύφη της, ένα κορίτσι γελαστό με τζιν και φούτερ, που δεν φοβόταν να μιλήσει, που δεν προσποιούνταν ευθραυστότητα για να γίνει αρεστή, ένιωσε το σοκ να τη χτυπά κατακέφαλα.. Για πρώτη φορά, είδε ότι υπάρχει και άλλος τρόπος να είναι γυναίκα.. Ότι μπορείς να σταθείς όρθια, να γελάς, να τρως χωρίς να σκύβεις, να μην χρειάζεται να πονάς για να σε αγαπούν..
Και τότε άρχισε να σκέφτεται:
Ποιος με αγάπησε πραγματικά; Η μητέρα μου, που με σμίλευσε σαν άγαλμα, και όταν δεν της έμοιαζα πια με εγκατέλειψε; Ή εκείνος, που με κοίταξε και με άφησε να αναπνεύσω; Που με άγγιξε όχι για να με κατέχει, αλλά για να μου θυμίσει ότι είμαι σώμα, ότι είμαι ύπαρξη, ότι δεν γεννήθηκα για να υποφέρω;
Διαβάζω αυτό το βιβλίο ξανά και ξανά..
Και κάθε φορά δεν είναι η πλοκή που με τραβάει..
Είναι εκείνο το αργό ξεδίπλωμα της κατανόησης, εκείνη η βαθιά, σιωπηλή ερώτηση που αφήνει μέσα μου:
Μήπως η αληθινή αγάπη δεν έρχεται απ’ αυτούς που σε μεγάλωσαν, αλλά απ’ αυτούς που σε ελευθερώνουν; Μήπως δεν είναι αυτή που σε διαμορφώνει, αλλά αυτή που σε αφήνει να ξεδιπλωθείς;
Τατιάνα,


Αφήστε μια απάντηση