Εκείνοι που δεν τα παρατάνε
Τα πρωινά του Αυγούστου, όταν ο ήλιος ανεβαίνει βαρύς και η ζέστη καίει τα πάντα, ο κήπος γεμίζει με φωνές..
Οι κοκκινολαίμηδες μαζεύονται γύρω από το νερό, κάνουν τα μπάνια τους, τινάζουν τα φτερά τους και μου θυμίζουν ότι η ζωή δεν σταματά..
Απομακρύνονται όταν πλησιάζω, κι ύστερα επιστρέφουν πιο θαρραλέοι, γιατί ξέρουν ότι εδώ θα βρουν ό,τι χρειάζονται για να συνεχίσουν..
Τα φυτά λυγίζουν κάτω από τον καύσωνα, μα δεν πεθαίνουν..
Οι βασιλικοί, οι δυόσμοι, οι λεμονιές, οι πορτοκαλιές, όλοι κρατούν μέσα τους μια σιωπηλή πίστη πως το νερό θα έρθει..
Κι όταν τελικά φτάνει, ξανασηκώνονται σαν να μην είχαν ποτέ κουραστεί..
Τα σκυλιά με κυκλώνουν με τα πρωινά τους χάδια, με τη ζεστή τους γούνα που μοιάζει αδύνατο να αντέχεται..
Κι όμως, εκείνα συνεχίζουν να τρέχουν, να χαίρονται, να γεμίζουν την αυλή ζωή..
Κι έπειτα έρχονται τα μεσημέρια, όταν ο ήλιος στέκεται στο δυνατότερό του σημείο και όλη η φύση σωπαίνει..
Όλα μοιάζουν νεκρά, εκτός από τις καρακάξες που κατεβαίνουν στα πιάτα των σκυλιών να ψάξουν ό,τι έχει περισσέψει..
Ο αέρας μένει ακίνητος, ο χρόνος σταματά..
Τα απογεύματα δεν γλυκαίνουν, μόνο γύρω στις εννιά το βράδυ αρχίζει πάλι η θερμοκρασία να πέφτει..
Μα τότε οι κοκκινολαίμηδες δεν επιστρέφουν, έχουν ήδη χωθεί στις φωλιές τους..
Κάποιες φορές, όμως, από τα κεραμίδια του σπιτιού τους ακούω να περπατούν και να συνομιλούν χαμηλόφωνα, σαν να λένε τα μυστικά της μέρας..
Κι όταν ανεβαίνω στη σοφίτα, μοιάζει λες και βρίσκομαι ακριβώς κάτω από το παραμυθένιο τους σαλόνι..
Κι εγώ, κάθε φορά που κάτι πάει να με ρίξει, θυμάμαι τον κήπο..
Θυμάμαι πως η φύση γύρω μου δεν τα παρατάει..
Αντέχει, υπομένει, συνεχίζει..
Κι έτσι κι εγώ.. βρίσκω πάντα έναν τρόπο να συνεχίσω..
Τατιάνα,


Αφήστε μια απάντηση