(..και Το Ξίφος Που Δεν Ξεχάστηκε)
Το δωμάτιο με το πιάνο δεν είχε ανοιχτεί από τότε..
Η σκόνη είχε καλύψει τα πλήκτρα σαν στάχτη από παλιό βράδυ που δεν είχε ειπωθεί..
Κανείς δεν ήξερε γιατί το δωμάτιο έτρεμε κάποιες νύχτες..
Ούτε γιατί η μουσική βιβλιοθήκη είχε αρχίσει να στάζει νερό..
Μα τώρα, κάποιος άνοιξε την πόρτα..
Όχι άνθρωπος..
Ίσως η μνήμη..
Ίσως η αγάπη που πονά..
Το φως μπήκε διστακτικά..
Το πιάνο δεν έβγαλε ήχο..
Μόνο μια ανατριχίλα απλώθηκε στον αέρα..
Κι ύστερα.. ο Πωλ, ή η σκιά του, ακούμπησε ένα δάχτυλο στο πλήκτρο..
Τίποτα δεν ακούστηκε..
Αλλά το δωμάτιο βάρυνε..
Όχι όπως βαραίνει το σκοτάδι..
Αλλά όπως βαραίνει ένα σώμα που κουβαλάει τη μνήμη όλων όσων δεν ειπώθηκαν..
Όλων όσων ένιωσε ο Πωλ εκείνη τη νύχτα που συνέθεσε τη Μελωδία των Τεσσάρων Χεριών, ενώ τα δικά του είχαν μείνει μόνα..
Όποιος ακουμπούσε αυτό το πιάνο ένιωθε για λίγο όλη τη συντριβή του Πωλ..
Τη σιωπή που γεννά μια αγάπη όταν πεθάνει πριν ακουστεί..
Την απελπισία που δεν έβρισκε νότες..
Την παραίτηση ενός ανθρώπου που έγραψε μουσική μόνο και μόνο για να μην καταρρεύσει..
Κι έπειτα, έγινε κάτι..
Το ξύλο κάτω από το πιάνο ράγισε..
Και μέσα από τη ρωγμή… δεν υπήρχε πάτωμα..
Υπήρχε γη, μα όχι από εδώ..
Υπήρχε χώμα ιαπωνικό..
Και μια παλιά κραυγή που δεν είχε ποτέ ξεχαστεί..
Το χέρι του Πωλ, ξαφνικά, ένιωσε υγρό..
Σαν αίμα..
Σαν πληγή που ξύπνησε ξανά..
Δεν υπήρχε τίποτα να δει..
Μα η παλάμη του βάφτηκε με αίματα που δεν ήταν δικά του..
Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, ακούστηκε ένα μέταλλο να τραντάζει την καρδιά του σπιτιού..
Ήταν ο ήχος ξίφους..
Αλλά δεν υπήρχε κανείς να το κρατά..
Ούτε λάμα, ούτε χέρι..
Μονάχα μια σκιά, στο άνοιγμα του σπασμένου τοίχου..
Γονάτιζε..
Και προσευχόταν..
Δεν φαινόταν πρόσωπο..
Μα το φως έδειχνε την στάση της λύπης..
Ήταν ο Κεντζίρου;
Ήταν ανάμνηση;
Ή ήταν το παρελθόν που απαιτούσε να θυμηθεί κάποιος;
Ο τοίχος, εκείνος που για χρόνια έστεκε ανάμεσα στη Βιβλιοθήκη και το Δωμάτιο της Σιωπής, δεν υπήρχε πια..
Είχε διαλυθεί, όπως διαλύεται η απόσταση ανάμεσα σε δύο ψυχές που αναγνωρίζονται..
Και από το άνοιγμα, δεν έβλεπες το διπλανό δωμάτιο.. Έβλεπες κάτι άλλο..
Ένα δάσος..
Μια λίμνη από την άλλη πλευρά του κόσμου..
Και κάπου, μια γυναίκα με λευκά μαλλιά, κρατούσε στα χέρια της μια κάρτα..
Έγραφε:
“Θυμάσαι τι μου είπες;
Αν έρθω, να φέρω κάτι να με θυμάσαι..
Το έφερα..
Εμένα..”
Συνεχίζεται..



Αφήστε μια απάντηση