(τότε που όλα χωρούσαν σε μια βόλτα με ποδήλατο και μια κασέτα)
Θυμάσαι τα καλοκαίρια στην Αυλίδα; Τη ζέστη που έτρεμε πάνω στην άσφαλτο σαν ανήσυχη θάλασσα, και τα ποδήλατα — πάντα ποδήλατα — να γλιστρούν ανάμεσα στα σπίτια, φορτωμένα μαγιό με αλάτι και καρδιές ορθάνοιχτες..
Τα πρωινά ξεκινούσαν με φωνές στους δρόμους: «Πάμε για μπάνιο;» λες κι αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία.. και πραγματικά ήταν το μόνο που όντως είχε σημασία.. Μετά έρχονταν οι βουτιές, ο ήλιος, οι φίλοι, νερά που έκαιγαν από φως, και γέλια που έσπαγαν στον αέρα σαν τα παγάκια στο φραπέ κάποιου “μεγάλου”..
Το μεσημέρι, επιστροφή.. Σαν ιεροτελεστία: πόδια ξεπλυμένα από την άμμο, πετσέτα κουζίνας στο τραπέζι, και η κατσαρόλα της γιαγιάς να αχνίζει. Τα γεμιστά της… η μυρωδιά του βασιλικού… και η φωνή της: «Φάε λίγο ακόμα.»
Ύστερα ερχόταν η σιγή. Δυο ώρες μέσα — «Οι μεγάλοι κοιμούνται.» Κι εμείς, ξαπλωμένοι σε δροσερά πατώματα, με το δέρμα ακόμη υγρό απ’ το μπάνιο, παλεύαμε να περάσει η ώρα. Άλλοτε με Μίκυ Μάους από παλιές εποχές, άλλοτε με walkman και ακουστικά στ’ αυτιά, κι άλλες φορές με ψιθύρους από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, λες και δεν μας άκουγε κανείς..
Λεφτά δεν είχαμε ιδιαίτερα… μόνο το χαρτζιλίκι μας ..κι όμως, πάντα βρίσκαμε τρόπο να πάρουμε ένα σουβλάκι.. Και ήταν σαν να κρατούσες θησαυρό.
Πέντε ακριβώς.. Οι πόρτες άνοιγαν ξανά.. Τα ποδήλατα επέστρεφαν στο φως.. Παγωτά, μουσική από κασετόφωνα, τραγούδια του ’80 να ξεχύνονται από τα ανοιχτά παράθυρα..
Κινητά δεν υπήρχαν.. Χανόμασταν όλη μέρα στους δρόμους, όπου μας πήγαινε ο αέρας και η καρδιά.. Η μόνη συμφωνία με τη γιαγιά ήταν απλή: «Να περνάτε που και που απ’ το σπίτι, για να ξέρω ότι είστε καλά.»
Τηλεόραση δεν βλέπαμε για σχεδόν τρεις μήνες.. Δεν τη χρειαζόμασταν. Είχαμε τους φίλους μας.. ποιος να κλειστεί μέσα να δει ταινία, όταν μπορούσε να κυλήσει με το ποδήλατο ως τον ορίζοντα;
Κι αργότερα, φορούσαμε ό,τι μετρούσε τότε ως “βραδινό”.. και πηγαίναμε στα μπαράκια της παραλίας, όχι για να μας δουν, αλλά για να υπάρχουμε κάτω απ’ τα φώτα που τρεμόπαιζαν πάνω στη θάλασσα..
Ήμασταν νέοι, με τον πιο αθώο τρόπο.. Αυτή τη νιότη που δεν ξέρει πόσο πολύτιμη είναι.. Που ζει μία φορά, αλλά μένει για πάντα..
Εκείνα τα καλοκαίρια δεν καταγράφηκαν.. Δεν χώρεσαν σε άλμπουμ ή σε αναρτήσεις.. Μα είναι ακόμη εδώ, ραμμένα στη μνήμη μας όπως το αλάτι στο δέρμα και τα γέλια στον άνεμο..
Είχες κι εσύ ένα τέτοιο καλοκαίρι; Ένα καλοκαίρι που δεν ζήτησε να το θυμάσαι.. γιατί δεν έφυγε ποτέ στ’ αλήθεια..
Μερικά καλοκαίρια δεν τα αποχαιρετάς ποτέ.. Δεν έχουν ημερομηνία λήξης, ούτε επιστροφή.. Ζουν μέσα σου, σαν άρωμα από βασιλικό, σαν τραγούδι από κασέτα που δεν χάλασε ποτέ..
Κι αν κάποτε νιώσεις ότι όλα αλλάζουν, θυμήσου: εκείνο το παιδί με το ποδήλατο και την αλμύρα στο δέρμα είναι ακόμη εδώ.. Απλώς περιμένει να ξαναπατήσει πετάλι..
Υποθέτω πως απλά μου λείπει η Αυλίδα μου..
Τατιάνα..







Αφήστε μια απάντηση