Η Δική της Πλευρά

Δεν πίστευε πια στα καλοκαίρια.. Τα θεωρούσε εποχικά ψέματα με άρωμα καρύδα και γεύση παγωμένου ροδάκινου.. Πήγε εκεί γιατί το είχε ανάγκη, όχι για να γνωρίσει κάποιον.. Ήθελε να περπατήσει χωρίς σκέψη, να γράψει χωρίς νόημα, να βγάλει τις σκιές από το στήθος της και να τις αφήσει να λειώσουν στον ήλιο..

Και τον είδε εκεί.. Στο μικρό βιβλιοπωλείο της ανηφόρας, να πιάνει το ίδιο βιβλίο με δισταγμό.. Το δικό της αγαπημένο.. Χαμογέλασε χωρίς να το σκεφτεί.. Χωρίς να περιμένει τίποτα..

Από τότε, όλα έγιναν κάπως.. ελαφριά..
Σαν να της είχε δώσει ο χρόνος μικρές παρατάσεις χαράς..
Τον κοιτούσε όταν δεν την έβλεπε..
Τον άκουγε όταν μιλούσε στους άλλους, όχι για να τον γνωρίσει, αλλά για να τον νιώσει..

Τις νύχτες περπατούσαν στην ακτή.. Εκείνη μάζευε μικρές πέτρες που έμοιαζαν με γράμματα.. Εκείνος έφτιαχνε ιστορίες χωρίς τέλος.. Ένα απόγευμα χάραξαν στην άμμο μια καρδιά και φύτεψαν ένα ξυλάκι στο κέντρο..

«Για να θυμάται ο κόσμος ότι ήμασταν εδώ», είπε..

Δεν του ζήτησε τίποτα.. Ούτε να μείνει, ούτε να επιστρέψει.. Τον ήθελε ελεύθερο, γιατί έτσι τον ερωτεύτηκε..

Όταν εκείνος έφυγε, δεν δάκρυσε.. Κρατούσε στα χέρια της την κάρτα του και την ανάσα της..
Τη διάβασε μόνο μία φορά..
Και την έκρυψε ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου που τους ένωσε..

Δεν έψαξε ποτέ να τον βρει..
Αλλά κάθε φορά που κατέβαινε στην ίδια παραλία, πήγαινε στο ίδιο σημείο και χάραζε πάλι την καρδιά στην άμμο.. Μόνη της.. Ήσυχα..

Όχι για να τον θυμηθεί..
Αλλά για να θυμίσει στον εαυτό της πως κάποτε, την αγάπησαν χωρίς ερώτηση. Και αγάπησε χωρίς φόβο..

Συνεχίζεται..

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: This content is reserved for quiet readers.. thank you..