Θυμάμαι μια περίοδο που άλλαζα χώρους πιο συχνά απ’ όσο αλλάζανε οι εποχές του χρόνου.. Δωμάτια με διαφορετικά παράθυρα, γειτονιές με ξένους ήχους, σπίτια με άλλες μυρωδιές στους τοίχους. Κάθε φορά έλεγα μέσα μου πως «μόλις τακτοποιηθώ, θα νιώσω σπίτι». Κι όμως, όσο κι αν έβαζα βιβλία σε ράφια και κρεμούσα τις αγαπημένες μου πλεκτές κουρτίνες, κάτι έμενε μετέωρο και ασχημάτιστο στο μυαλό μου..
Μέχρι που ένα βράδυ, σε ένα άγνωστο δωμάτιο (σε ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στο βουνό), άναψα το ίδιο μικρό πράσινο κερί που άναβα χρόνια. Έβαλα να πιω ελληνικό καφέ στο ίδιο φλιτζάνι. Άνοιξα το ίδιο τετράδιο. Και ξαφνικά, χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα γύρω μου, μαλάκωσα. Η ανάσα μου βρήκε ρυθμό. Οι ώμοι μου χαμήλωσαν. Δεν ήταν οι τοίχοι που με αγκάλιασαν αλλά η επανάληψη, η πρόθεση, η συνήθεια της τρυφερότητας προς τον εαυτό μου..
Τότε κατάλαβα πως κάποιοι άνθρωποι δεν ψάχνουν πια για σπίτι, αλλά το καλλιεργούν. Το φτιάχνουν αθόρυβα, με μικρές κινήσεις που επαναλαμβάνονται, με λέξεις που γράφονται, με τελετουργίες που γειώνουν το σώμα στο παρόν. Κατάλαβα πως «σπίτι» δεν είναι το μέρος όπου μένεις, αλλά ο τρόπος που στέκεσαι μέσα σε έναν χώρο..
Γιατί μεγαλώνοντας, συνειδητοποιείς και κάτι ακόμη: κανείς δεν σου υπογράφει συμβόλαιο ασφάλειας. Οι άνθρωποι αλλάζουν, οι πόλεις μετακινούνται μέσα σου, οι εποχές κλείνουν τους κύκλους τους, κι εσύ αν περιμένεις να σου δοθεί η αίσθηση του ανήκειν, θα νιώθεις διαρκώς προσωρινή. Σαν φιλοξενούμενη στη δική σου ζωή..
Έτσι αρχίζεις να εκπαιδεύεις τον εαυτό σου. Να φτιάχνεις μικρά σημεία αναφοράς. Το φως που ανάβεις κάθε απόγευμα. Το τραγούδι που βάζεις όταν θες να θυμηθείς ποια είσαι. Το γράψιμο που δεν σε προδίδει ποτέ. Σιγά σιγά, αυτά τα απλά πράγματα γίνονται δοκάρια. Κρατούν το μέσα σου όρθιο όταν το έξω κλονίζεται..
Και κάποια μέρα, σχεδόν απροειδοποίητα, συνειδητοποιείς ότι δεν χρειάζεσαι πια τις τέλειες συνθήκες για να ησυχάσεις.. Μπορείς να καθίσεις σε ένα παγκάκι, σε ένα άδειο δωμάτιο, σε ένα τρένο που σε πηγαίνει κάπου άγνωστα, και να νιώσεις γείωση. Όχι γιατί το μέρος είναι οικείο, αλλά γιατί εσύ έγινες οικεία με τον εαυτό σου..
Κι ίσως αυτή να είναι η πιο παρηγορητική ανακάλυψη της ενηλικίωσης: ότι το σπίτι δεν είναι δώρο που σου προσφέρεται. Είναι δεξιότητα που μαθαίνεται. Και όσο τη μαθαίνεις, τόσο λιγότερο φοβάσαι τις μετακινήσεις. Γιατί ξέρεις πια πως όπου κι αν σταθείς, μπορείς να δημιουργήσεις εκεί έναν μικρό, εσωτερικό τόπο επιστροφής..
Τατιάνα,


Αφήστε μια απάντηση