Η Μάγισσα του Φωτός

Η Νύχτα της Επιστροφής

Κάθε χρόνο, τη νύχτα που το πέπλο ανάμεσα στους κόσμους λεπταίνει, μια σιωπηλή μορφή διασχίζει τον ουρανό με τη σκούπα της.. Το φεγγάρι την ακολουθεί, τα σύννεφα ανοίγουν μπροστά της, και στο χέρι της λάμπει ένα φανάρι.. Δεν είναι ένα κοινό φως, είναι φως μνήμης.. Κάθε σπίθα μέσα του γεννήθηκε από μια ξεχασμένη ευχή, μια προσευχή που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, ένα χαμόγελο που δεν βρήκε τον δρόμο του..
Η Μάγισσα πετά ανάμεσα στα σύννεφα και τα ψιθυρίσματά τους, ακούει τις χαμένες επιθυμίες και τις μαζεύει μία-μία μέσα στο φανάρι της..

Κάτω της, η πόλη κοιμάται.. Μόνο τα φώτα του δρόμου τρεμοπαίζουν, λες και την αναγνωρίζουν, λες και τη θυμούνται.. Και για μια στιγμή, κατεβαίνει, γλιστρώντας πάνω από τις στέγες, αφήνοντας ένα ίχνος φωτός σε κάθε παράθυρο..

Λένε πως κάποιοι την είδαν.. Ένα παιδί ξύπνησε κάποτε και βρήκε το δωμάτιό του να λάμπει, χωρίς καμία λάμπα αναμμένη.. Άλλοι ορκίζονται πως άκουσαν έναν απαλό ψίθυρο, σαν κάποιος να μουρμούριζε:
«Μη φοβάσαι.. το φως δεν χάνεται ποτέ στ’ αλήθεια..»

Γιατί, όπως λέει το παλιό παραμύθι, «Με την αυγή, ο κόσμος ξεχνά, μα η μαγεία μένει..»

Κι όταν οι πρώτες ροζ ανταύγειες βάφουν τον ορίζοντα, η Μάγισσα στρέφει το βλέμμα πίσω της, βλέπει το μονοπάτι των φώτων που άφησε, και χαμογελά.. Μόνο ένα φως τρεμοπαίζει ακόμη μέσα στο σκοτάδι, το φανάρι της..
Κι έτσι ξέρεις πως γύρισε, πως η μαγεία πέρασε ξανά μέσα από τον κόσμο..

Οι Ευχές που κάνουν τα Σύννεφα..

Όταν η πόλη σωπαίνει και ο άνεμος αλλάζει κατεύθυνση, η Μάγισσα του Φωτός στρέφει τη σκούπα της προς τον ουρανό.. Πετά όλο και ψηλότερα, εκεί όπου τα σύννεφα ακουμπούν τα όνειρα.. Εκεί, ανάμεσα στις σκιές και τα ρεύματα του αέρα, ζουν οι ευχές που δεν ειπώθηκαν ποτέ, μικρές, σχεδόν διάφανες, σαν σταγόνες αστερόσκονης που δεν βρήκαν ποτέ τον προορισμό τους..

Κάποιες είναι παιδικές και τρεμοπαίζουν σαν φλόγες, άλλες βαριές και κουρασμένες, κι άλλες τόσο παλιές που ξέχασαν ποιος τις έκανε..

Η Μάγισσα τις ακούει όλες.. Ξέρει τη γλώσσα τους.. Κάθε ευχή έχει τον δικό της ήχο, μια μελωδία που μόνο το φως μπορεί να καταλάβει.. Κι έτσι, με το φανάρι ανοιχτό, τις μαζεύει μία προς μία..
Κάποιες αντιστέκονται, φοβούνται να ξαναγυρίσουν στη Γη, γιατί κάποτε πόνεσαν, κάποτε απογοητεύτηκαν..

Τότε η Μάγισσα τους ψιθυρίζει απαλά: «Δεν γυρίζεις για να θυμηθείς, γυρίζεις για να γιατρευτείς..»

Και σιγά σιγά, το φανάρι γεμίζει με φως από ανείπωτες ιστορίες, από ευχές για συγχώρεση, για επανένωση, για μια αγκαλιά που δεν έγινε ποτέ..
Κάθε φως που κουβαλά είναι μια υπόσχεση που περιμένει δεύτερη ευκαιρία..

Όταν το φανάρι γεμίσει, κατεβαίνει ξανά και σκορπίζει αυτές τις ευχές στις καρδιές εκείνων που μπορούν να τις κρατήσουν..

Δεν είναι τυχαίο, λένε, πως κάποιοι ξυπνούν μέσα στη νύχτα μ’ ένα ξαφνικό αίσθημα γαλήνης, χωρίς να ξέρουν γιατί, ή πως κάποιος ξαναγράφει ένα γράμμα που ποτέ δεν έστειλε, ή ανάβει ένα κερί χωρίς λόγο..
Είναι γιατί εκείνη τη νύχτα, η Μάγισσα του Φωτός τους άφησε μια σπίθα από το φανάρι της..

Η Χαμένη Ευχή

Μα εκείνη τη χρονιά, το φανάρι της δεν έλαμπε όπως άλλοτε.. Μια ευχή δεν είχε έρθει. Ένα φωνή έλειπε από τη μουσική των σύννεφων..
Η Μάγισσα στάθηκε στη μέση του αέρα, ανάμεσα στους ανέμους και τους ψιθύρους του ουρανού, και ένιωσε ένα βάρος μέσα της.. Ήξερε ποια ήταν.. Μια παλιά ευχή, μια που είχε κρατήσει κοντά στην καρδιά της, μια ευχή που δεν ειπώθηκε ποτέ δυνατά, μόνο μέσα από τα δάκρυα ενός παιδιού, ένα βράδυ που κανείς δεν ήταν εκεί να ακούσει..

Κατέβηκε χαμηλότερα από ποτέ.. Τα σύννεφα άνοιξαν και η πόλη απλώθηκε κάτω της.. Οι στέγες κοιμόντουσαν, μα στα παράθυρα έλαμπαν γαλάζιες οθόνες, ψυχές άγρυπνες, που δεν ήξεραν τι αναζητούσαν..
Η Μάγισσα γλίστρησε ανάμεσά τους, ψάχνοντας το χαμένο φως.. Το φανάρι της έτρεμε, όχι από φόβο, αλλά από λαχτάρα..

Και εκεί, στην άκρη ενός δρόμου, είδε ένα κοριτσάκι να κρατά ένα σπασμένο κερί.. Δεν το άναβε, μόνο το κοιτούσε.. Η φλόγα της ευχής του κοιμόταν μέσα του..
Η Μάγισσα πλησίασε σιωπηλά.. Έσκυψε, κι από το φανάρι της έπεσε μια μονάχα σπίθα.. Άγγιξε το κερί, κι εκείνο ξύπνησε σιγά σιγά, σαν να θυμήθηκε..

Το κορίτσι χαμογέλασε, χωρίς να ξέρει γιατί.. Και η Μάγισσα κατάλαβε: η ευχή είχε βρει τον δρόμο της πίσω στο σπίτι της..

Με μια τελευταία κίνηση, ανέβηκε ξανά στα σύννεφα.. Το φανάρι της έλαμπε πάλι, όχι πια από ευχές, αλλά από πίστη..Γιατί ακόμη και η πιο χαμένη ευχή, όταν τη θυμηθείς, ξαναγεννιέται ως φως..

Κι έτσι, τη νύχτα του Halloween, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μόνο σκιές, εκείνη έβλεπε μόνο φως,  το ίδιο φως που αφήνει κάθε χρόνο πίσω της, για να θυμίζει στον κόσμο πως η μαγεία δεν φοβάται το σκοτάδι, γεννιέται μέσα του..

Το Φανάρι που Έμεινε..

Η νύχτα μετά το Halloween ήταν ήσυχη.. Ο άνεμος είχε κοπάσει, τα σύννεφα είχαν απλωθεί πάνω από την πόλη σαν απαλό σεντόνι, και μόνο ένα φως τρεμόπαιζε ακόμη ψηλά..

Η Μάγισσα του Φωτός είχε τελειώσει το ταξίδι της.. Είχε μαζέψει τις ευχές, είχε γιατρέψει τα κενά και είχε ξαναζωντανέψει την πίστη σε ό,τι είχε χαθεί.. Μα εκείνη τη χρονιά ένιωσε κάτι καινούργιο, μια γλυκιά κούραση, μια ήσυχη επιθυμία να ξεκουραστεί..
Κοίταξε το φανάρι της το οποίο έλαμπε πιο δυνατά από ποτέ.. Ήξερε πως δεν της ανήκε πια.. Το φως ανήκε στη Γη τώρα..

Κατέβηκε λοιπόν σιωπηλά σε μια γωνιά της πόλης, εκεί όπου οι δρόμοι διασταυρώνονταν σαν γραμμές μοίρας..
Έξω από ένα παλιό σπίτι, πίσω από ένα θαμπό παράθυρο, κάποιος έγραφε πάνω σ’ ένα κομμάτι χαρτί, ίσως μια ευχή, ίσως έναν αποχαιρετισμό..
Η Μάγισσα στάθηκε στο παράθυρο, άφησε το φανάρι στο περβάζι και ψιθύρισε:
«Το φως δεν χρειάζεται να ταξιδεύει για να υπάρχει.. Αρκεί να το κρατάς μέσα σου..»

Το κερί μέσα στο φανάρι αναστέναξε απαλά, σαν να πήρε μια ανάσα..
Έπειτα η Μάγισσα χαμογέλασε, ανέβηκε στη σκούπα της και χάθηκε στον ουρανό..

Το πρωί, εκείνος που έγραφε βρήκε το φανάρι στο περβάζι.. Δεν ήξερε ποιος το είχε αφήσει, μα μια ήρεμη ζεστασιά τον πλημμύρισε..
Κι όταν άναψε τη φλόγα του, ένιωσε πως κάπου ψηλά, μια σκιά του κούνησε το χέρι αποχαιρετισμού..

Κανείς δεν ξέρει αν η Μάγισσα του Φωτός θα ξαναγυρίσει..
Μα κάθε χρόνο, εκείνη τη νύχτα που ο ουρανός γίνεται βιολετί κι οι ψυχές αρχίζουν να θυμούνται, ένα μικρό φως φαίνεται ξανά να ταξιδεύει ανάμεσα στα σύννεφα..
Κι όλοι καταλαβαίνουν πως η ιστορία δεν τελείωσε, απλώς έγινε λίγο πιο φωτεινή..

Μια Κάρτα για Σένα..

Κι αν εσύ, ανάμεσα σε όλες τις ψυχές της πόλης, ξέχασες να κάνεις την ευχή σου εκείνη τη νύχτα, μην ανησυχείς..

Η Μάγισσα του Φωτός το πρόσεξε..
Κράτησε μια κάρτα για σένα, διπλωμένη με μνήμη και φως αστεριών, μέσα στο φανάρι της..

Περιμένει μονάχα ένα σημάδι, ένα βλέμμα προς τον ουρανό, ένα γράμμα, έναν ψίθυρο στην άκρη της νύχτας..

Φτάνει να της απλώσεις το χέρι, κι εκείνη θα σου τη στείλει..
Γιατί καμιά ευχή δεν χάνεται στ’ αλήθεια..
Κάποιες απλώς περιμένουν να τις θυμηθείς..

– Εκεί όπου οι ευχές βρίσκουν τον δρόμο για να γυρίσουν σπίτι..
Τατιάνα,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: This content is reserved for quiet readers.. thank you..