Αγαπητέ μου αναγνώστη,
Δεν ξέρω από πού με διαβάζεις, ίσως από την άλλη άκρη του κόσμου, ίσως από εδώ δίπλα, στο ίδιο φως..
Την περασμένη εβδομάδα, καθώς έψαχνα πάρκινγκ στην πολυσύχναστη Μαρίνα Ζέας, το μάτι μου «έπιασε» την φιγούρα του πίσω από τη βιτρίνα της πιτσαρίας.. «Μέσα είναι», είπα στον φίλο μου..
Φορούσε, όπως πάντα, το αγαπημένο του μαύρο χρώμα σε κάθε πιθανό αντρικό ρούχο που υπάρχει.. μαύρη μπλούζα, μαύρο παντελόνι, μαύρα παπούτσια, μαύρη ποδιά..
Αν έλειπαν οι κινήσεις των χεριών του, θα έλεγες πως είναι σκιά που περιμένει τη μουσική για να αρχίσει να ζει..
Τα γυαλιά του, εκείνα τα παράξενα, κάπως extreme ίσως, κάπως ροκ, έγερναν στην άκρη της μύτης καθώς έδινε οδηγίες σε δύο πιτσιρικάδες..
Από DJ έγινε αφεντικό, μάγειρας, ψυχολόγος και οικοδεσπότης σε ένα σώμα..
Η φωνή του ακόμα κρατάει εκείνο το ηχόχρωμα των 80s, που έκανε τα βινύλια να μοιάζουν με εξομολογήσεις στις 3 το πρωί..
Μας βλέπει και συνοφρυώνεται ελαφρά, από εκείνες τις στιγμές που σκέφτεσαι «ποιοι είναι αυτοί τώρα που με χαιρετάνε;»
Μα ύστερα, μόλις μας αναγνωρίζει, το χαμόγελο σαρώνει όλο του το πρόσωπο, κι είναι σαν να φωτίζεται μαζί του και το μαγαζί ολόκληρο..
Parmigiani.. Spirito Italiano.. https://parmigiani.gr/
Ένα μικρό κομμάτι Ιταλίας μέσα στη Μαρίνα Ζέας, μα πάνω απ’ όλα, το βασίλειο ενός ανθρώπου που θυμάται πώς είναι να φροντίζεις τους άλλους σαν φίλους..
Στο Parmigianni δεν τρως μόνο πίτσα.. “Τρως” την ιδέα του να ανήκεις κάπου, έστω και για ένα βράδυ..
Ο Κωνσταντίνος δεν σε ρωτάει ποτέ «τι να φέρω».. ξέρει ήδη..
Σου σερβίρει ένα ποτήρι κρασί, κοιτάει τη θάλασσα σαν να της λέει “μην ανησυχείς, θα περάσει κι αυτό το βράδυ”.. και μετά χαμογελά.. Εκείνο το χαμόγελο που έχει δει και καταιγίδες και γέλια και χωρισμούς στο ίδιο τραπέζι..
Κάποιοι λένε πως ένα καλό μαγαζί κρατιέται από τις συνταγές του..
Στη Μαρίνα Ζέας όμως, κρατιέται και από τον ρυθμό του, κι αυτόν τον δίνει ο ιδιοκτήτης του.. ο άνθρωπος που μένει όρθιος στο τέλος της βάρδιας, σκουπίζοντας το μάρμαρο με κίνηση σχεδόν τελετουργική..
Ο Κωνσταντίνος το ξέρει αυτό.. Γιατί αν κάτι σώζει έναν τόπο, είναι αυτοί που επιμένουν να ανάβουν φώτα τη στιγμή που όλοι οι άλλοι τα σβήνουν..
Από τις σκέψεις μου δεν θα μπορούσε να λείπει κάτι όπως το φαντάστηκα.. αληθινό ή όχι δεν ξέρω αλλά μου έκανε παρέα καθόσον τακτοποιούσα τις σκέψεις μου.. μια ιστορία..
Μια Ιστορία για τα Περασμένα Μεσάνυχτα
Το μαγαζί ησύχασε.. Οι τελευταίοι πελάτες πλήρωσαν, το φως χαμήλωσε, και το ρολόι στην κουζίνα έδειξε κάτι ανάμεσα σε “αργά” και “πολύ αργά”..
Ήταν η ώρα που ο Κωνσταντίνος άφηνε την κουτάλα και έπιανε τις αναμνήσεις του..
Η ώρα που το Parmigiani γινόταν σκηνή, και ο Κωνσταντίνος, πρωταγωνιστής σε μια ταινία που μόνο η νύχτα προβάλλει..
Έτσι ξεκίνησαν τα περασμένα μεσάνυχτα..
Από το ηχείο ακούστηκε χαμηλά ένα κομμάτι των ’80s.. Ο ήχος δεν ήταν τυχαίος, ο Κωνσταντίνος ποτέ δεν άφηνε τη μουσική να παίζει μόνη της.. Ήξερε να διαλέγει τραγούδια όπως άλλοι διαλέγουν κρασί..
Σήκωσε ένα ποτήρι ουίσκι, όχι γεμάτο, ποτέ γεμάτο, και το ακούμπησε δίπλα στο κινητό που αναβόσβηνε ειδοποιήσεις από έναν κόσμο πολύ πιο βιαστικό απ’ ό,τι ήθελε να παρακολουθήσει..
Πήρε στα χέρια του το ηλεκτρονικό τσιγάρο..
Το κοίταξε λίγο δύσπιστα, σαν να του ζητούσε εξηγήσεις..
“Καπνός χωρίς καπνό”, μουρμούριζε.. “Σαν ζωή χωρίς μπελάδες..”
Το ενεργοποίησε, φύσηξε έναν ατμό σχεδόν άοσμο, και χαμογέλασε με εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που ακόμα ψάχνει τη μαγεία στο τεχνητό..
Στον καθρέφτη πίσω απ’ το μπαρ τον κοίταζε ένας άντρας διπλός, ο dj που έπαιζε κάποτε στα κλαμπ της δεκαετίας του ’80, και ο σημερινός οικοδεσπότης, με τα χέρια λίγο πιο βαριά, μα με την ίδια ανάγκη να κρατήσει ρυθμό..
Στην κουζίνα, ένα τηγάνι με λάδι “σιγόβραζε” ακόμα..
“Ποτέ μην αφήνεις τη φωτιά να πεθάνει τελείως,” έλεγε πάντα στους νεότερους..
Η φωτιά, όπως και οι άνθρωποι, ήθελε επίβλεψη, αλλά και εμπιστοσύνη..
Έξω, η θάλασσα γυάλιζε σαν καθρέφτης για ξεχασμένες φιγούρες..
Ο νυχτοφύλακας της μαρίνας πέρασε και τον χαιρέτησε με το κεφάλι..
Ο Κωνσταντίνος ανταπέδωσε, σηκώνοντας το ποτήρι του, σαν πρόποση σε μια πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, μα ούτε ξυπνά ολοκληρωτικά..
Έμεινε για λίγο σιωπηλός, ακούγοντας το βουητό της θάλασσας να ανακατεύεται με τη φωνή του παλιού τραγουδιού..
Το ουίσκι είχε σχεδόν τελειώσει, ο ατμός από το ηλεκτρονικό τσιγάρο σχημάτιζε σχήματα που θύμιζαν δίσκους να γυρνούν αργά..
Κοίταξε γύρω του: τα τραπέζια στη θέση τους, τα ποτήρια ανάποδα, το φως ζεστό, όλα έτοιμα για την επόμενη μέρα, για την επόμενη μικρή παράσταση φιλοξενίας..
Στο πρόσωπό του υπήρχε εκείνο το μείγμα κουρασμένης περηφάνειας που βλέπεις μόνο σε ανθρώπους που δούλεψαν με τα χέρια τους, και που, χωρίς να το ξέρουν, κρατούν ζωντανή μια ολόκληρη εποχή..
Η μαρίνα έξω έλαμπε, αδιάφορη και ωραία..
Ο Κωσταντίνος μάζεψε το ποτήρι, έκλεισε το φως, και για μια στιγμή, πριν γυρίσει το κλειδί στην πόρτα, έμοιαζε να κουβαλά στην πλάτη του όχι ένα μαγαζί, αλλά ένα κομμάτι πολιτισμού..
Γιατί, τελικά, το Parmigiani δεν είναι απλώς μια πιτσαρία, αλλά μια υπενθύμιση ότι η φροντίδα, το μέτρο και η γενναιοδωρία δεν βγαίνουν ποτέ εκτός μόδας..
Και καθώς απομακρυνόταν, σκέφτηκα πόσο πολύ χρειαζόμαστε τέτοιους ανθρώπους..
Αυτούς που, ακόμη κι όταν η μουσική σταματά, κρατούν το ρυθμό ζωντανό..
Ίσως να έχεις κι εσύ το δικό σου “μαγαζί”.. ένα μέρος, μια τέχνη, μια συνήθεια που κρατά κάτι παλιό ζωντανό.. Μην το αφήσεις να χαθεί.. Ο κόσμος χρειάζεται ανθρώπους σαν εσένα..
Τατιάνα.




Αφήστε μια απάντηση