Σάββατο βράδυ, με ένα ζευγάρι βηματάκια
Καθώς δούλευα αργά, φτιάχνοντας αναρτήσεις και σκέψεις για τις λέξεις που θέλω να αφήσω στον κόσμο, άκουσα βηματάκια στο κεφαλόσκαλο της βεράντας.. Ελαφρά και βαριά συγχρόνως.. Ήταν η Μέλη μου..
Το σκυλάκι που βρήκα δύο μηνών στον δρόμο, και που τώρα, δεκαπέντε χρόνια μετά, συνεχίζει να με ακολουθεί σαν σκιά, να με βρίσκει όπου κι αν είμαι, να με κοιτά στα μάτια και να μου θυμίζει πώς μοιάζει η αγάπη όταν δεν έχει καμία απαίτηση..
Πήγα κοντά της.. Την βοήθησα να φάει — δεν τρώει πια εύκολα — και κάθισα μαζί της στο πεζούλι..
Η ψύχρα του φθινοπώρου, αυτή που δεν κάνει ακόμα θόρυβο αλλά είναι ήδη παρούσα, μου τύλιξε τους ώμους..
Ο ουρανός είχε εκείνο το βαθύ μωβ της δύσης, που δε φωτογραφίζεται ποτέ όπως είναι..
Σύννεφα πολλά, αλλά όχι για βροχή..
Ο κήπος γύρω μας δείχνει κουρασμένος από τις φωτιές του καλοκαιριού..
Πολλά φυτά δεν άντεξαν έφυγαν σιωπηλά, αφήνοντας πίσω τους ξερά κλαδιά..
Η αροκάρια ρίχνει τα φύλλα της σαν να ξεφορτώνεται βάρος..
Η βελανιδιά αρχίζει και κοκκινίζει, σχεδόν ντροπαλά..
Όλη η φύση ετοιμάζεται για το φθινόπωρο..
Της είναι τόσο εύκολο, δεν διαμαρτύρεται, δεν βιάζεται, δεν αρνείται αυτό που έρχεται..
Κι εμείς;
Εμείς που θέλουμε όλα να αλλάζουν αμέσως, να λύνονται με μιας, να μη μας παιδεύει τίποτα..
Εμείς που δεν έχουμε πια υπομονή ούτε με τον εαυτό μας..
Ίσως γι’ αυτό στεκόμαστε καμιά φορά σε ένα πεζούλι, δίπλα σ’ ένα σκυλάκι που παλεύει να φάει, και παρατηρούμε..
Χωρίς να κάνουμε τίποτα άλλο.. Και αυτό, μόνο αυτό, να είναι το μάθημα..
Ότι η υπομονή δεν είναι αδυναμία..
Είναι μια μυστική, σιωπηλή δύναμη που κρατάει τα πάντα στη θέση τους..
Που επιτρέπει να πέσουν τα φύλλα, για να έρθουν ξανά τα άνθη..
Που λέει: “Μη βιάζεσαι.. Είσαι ήδη στον δρόμο..”
Τατιάνα,


Αφήστε μια απάντηση