(Η Βιβλιοθήκη Ξυπνά)
Κάποιοι λένε πως το σπίτι της Ταλίθα και του Πωλ ήταν στοιχειωμένο.
Όχι από φαντάσματα, αλλά από λέξεις που δεν είχαν τελειώσει..
Από αποχαιρετισμούς που δεν ειπώθηκαν σωστά..
Από μουσικές που δεν ολοκληρώθηκαν..
Και μια μέρα, το σπίτι δεν άντεξε άλλο.
Η πόρτα της βιβλιοθήκης άνοιξε χωρίς ανθρώπινο χέρι..
Ο αέρας μέσα δεν φύσηξε, αλλά αναρωτήθηκε..
Πρώτα ήρθε μια κάρτα..
Έπεσε από το πουθενά, ακουμπώντας απαλά το πάτωμα, σαν να φοβόταν να ενοχλήσει..
«Θυμάσαι τι μου είπες;
Αν έρθω, να φέρω κάτι να με θυμάσαι..
Το έφερα..
Ξεκλείδωσε το συρτάρι..»
Ήταν για την Ταλίθα..
Αλλά δεν την είχε στείλει κανείς..
Και μετά, ήρθαν κι άλλες..
Δεκάδες..
Εκατοντάδες..
Άλλες από χαραμάδες..
Άλλες μέσα από τον τοίχο..
Κι άλλες.. σκίζοντας τη σιωπή με τρόπο που μόνο η μνήμη ξέρει να επιστρέφει..
Η Βιβλιοθήκη τις ένιωσε..
Τα ράφια άρχισαν να τρίζουν..
Όχι από παλαιότητα..
Αλλά από συνειδητοποίηση..
Τα βιβλία άνοιγαν και έκλειναν από μόνα τους..
Σαν στόματα που θέλουν να μιλήσουν, αλλά δεν έχουν ακόμα φωνή..
Οι πάπυροι ξετυλίγονταν, αναζητώντας φράσεις που δεν θυμούνταν ότι είχαν γράψει..
Η σκόνη σηκώθηκε απαλά, και αντί να πέσει, έγραψε στον αέρα:
«Θυμάται;»
«Ήρθε;»
«Αργήσαμε;»
Ο αέρας δεν απάντησε..
Μα έξω, η λίμνη άρχισε να χτυπά ελαφρά τις όχθες..
Μια πάνω..
Μια κάτω..
Όχι από άνεμο..
Αλλά από κάλεσμα..
Στο τζάμι της βιβλιοθήκης, η υγρασία ζωγράφισε ένα πρόσωπο μισό..
Μακριά μαλλιά..
Ένα βλέμμα σκισμένο στη μέση..
Και ένα δάκρυ..
Η Χάνα..
Δεν χτύπησε το τζάμι..
Δεν μίλησε..
Απλώς κοίταξε μέσα..
Και με το βλέμμα της, άνοιξε την καρδιά του σπιτιού..
Το δωμάτιο ρίγησε..
Τα ράφια υποχώρησαν σαν κορμοί που έσκυψαν να προσευχηθούν..
Ένα συρτάρι πετάχτηκε αργά από το γραφείο..
Μέσα του:
– ένα μπουκαλάκι με μελάνι που έτρεμε
– μια παλιά φωτογραφία χωρίς πρόσωπα
– και η καρτ ποστάλ. Εκείνη. Η μία.
Εκείνη που είχε γράψει ο Πωλ στην Ταλίθα..
Όταν εκείνη του είπε, “Αν έρθεις, φέρε κάτι να σε θυμάμαι.”
Και εκείνος έφερε τον ίδιο τον εαυτό του, γραμμένο..
Η καρτ ποστάλ ήταν άδεια..
Μέχρι που στάλαξε μια σταγόνα μελάνι στο κέντρο..
Χωρίς χέρι, χωρίς πένα..
Η σταγόνα κινήθηκε μόνη της.
Και έγραψε:
“Δεν σε ξέχασα.
Απλώς άργησα να επιστρέψω..
Άνοιξε τα μάτια σου..
Δεν είμαστε πια στο τώρα..”
Και τότε.. ο χρόνος λύγισε..
Οι τοίχοι της βιβλιοθήκης άλλαξαν χρώμα..
Το ξύλο βάθυνε, έγινε βαρύτερο, σαν από άλλη εποχή..
Οι κουρτίνες αντικαταστάθηκαν με γιαπωνέζικο μετάξι..
Η μυρωδιά έγινε πιο βαριά..
Λωτός.. Και κερασιά.. και βροχή που έπεφτε στις οψιδιανές πέτρες..
Η Ταλίθα, χωρίς να το ξέρει, έβλεπε πλέον με τα μάτια της Χάνα..
Και το σπίτι, χωρίς να το φωνάξει, είχε ήδη επιστρέψει στη λίμνη..
Συνεχίζεται..
«Όταν το Σπίτι Άκουσε το Σπαθί»
Δεν ακούγεται όλη η μουσική με τ’ αυτιά…
Κάποιοι ήχοι είναι φτιαγμένοι από σιωπή, και κάποιες σιωπές κουβαλούν τον ήχο του αίματος…
Στο δεύτερο κεφάλαιο, το πιάνο τρέμει κάτω από ένα αόρατο βάρος…
Μια μελωδία παιγμένη από τέσσερα χέρια, αν και κάθεται μόνο ένας άντρας…
Και όταν πέφτει η τελευταία νότα, ένας τοίχος χάνεται…
Αποκαλύπτοντας μια σκοτεινή γη…
Μια ξένη λεπίδα λαμπυρίζει…
Μια προσευχή ψιθυρίζεται από κάποιον αόρατο…
Το σπίτι δεν φιλοξενεί πια αναμνήσεις…
Γίνεται το ίδιο μια ανάμνηση..



Αφήστε μια απάντηση