Υπήρχαν νύχτες που ο Πωλ δεν χωρούσε πια μέσα στο ίδιο του το σώμα…
Που ο αέρας έμοιαζε στενός, και οι τοίχοι ασφυκτικά γεμάτοι από εκείνη..
Κι αυτές τις νύχτες, καθόταν στο πιάνο. Όχι για να παίξει, αλλά μόνο για να ακουμπήσει τα χέρια στα πλήκτρα, σαν να ζητούσε έναν παλμό από κάτι που είχε πάψει να κινείται..
Συνέθετε μια μελωδία εδώ και μήνες… ή ίσως χρόνια..
Κανείς πια δεν ήξερε..
Δεν είχε τέλος, άλλοτε γαλήνια σαν νερό, άλλοτε πνιγηρή σαν μνήμη..
Καμιά φορά προσπαθούσε να φτάσει σε ένα φωτεινό, παιδικό μοτίβο, μα δεν το άντεχε και το έκοβε απότομα..
Κάθε μέρα η μελωδία άλλαζε.. Μια μέρα νανούρισμα για εκείνη, την άλλη, θρήνος για τον ίδιο..
Μα πάντα… κόλλαγε..
Σαν να έλειπε ένα δεύτερο χέρι για να την οδηγήσει παρακάτω..
Ένα βράδυ, με τον άνεμο να ουρλιάζει σαν σκυλί έξω απ’ το παράθυρο, κι εκεί, κάπου μακριά, η λίμνη — παγωμένη αλλά ξάγρυπνη — ο Πωλ κάθισε ξανά στο πιάνο.. Όχι για να προσπαθήσει, αλλά για να παραδοθεί.
Και τότε… τα δάχτυλά του κινήθηκαν μόνα τους..
Όχι με ταχύτητα, όχι με δεξιοτεχνία..
Με μνήμη.. Με πόνο που είχε πια ωριμάσει..
Η μελωδία άρχισε να αλλάζει..
Ακόμα μελαγχολική, αλλά με ανάσα..
Με ρυθμό που δεν κατέρρεε..
Ήταν σαν να μην έπαιζε πια μόνος..
Κι ύστερα… το ένιωσε..
Στην άκρη της όρασης.. Στην καρδιά του ήχου..
Δύο ακόμη χέρια, διστακτικά στην αρχή, πατώντας μια συγχορδία, μετά άλλη μία…
Εύθραυστα, διάφανα, όμοια με τα δικά του, μα όχι δικά του..
Γνωστά..
Τα δάχτυλά τους χόρευαν μαζί στα πλήκτρα, όχι με μελωδία, μα με διάλογο..
Κι η μουσική… σταμάτησε..
Όχι με τέλος, αλλά με μια ανάσα..
Σαν κάτι να άνοιξε και να ελευθερώθηκε..
Ίσως εκείνη να ήταν εκεί.. Ίσως όχι..
Ίσως μόνο η μνήμη της παρουσίας να είχε επιστρέψει..
Αλλά εκείνη τη νύχτα, κανένας ήχος δεν χάθηκε στη λίμνη..
Κάθε νότα ταξίδεψε προς κάτι..
Ίσως προς μια απάντηση που δεν χρειαζόταν πια λέξεις..
Και τότε, όπως κάνουν μόνο όσοι έχουν σταματήσει να πολεμούν τον πόνο, ο Πωλ σηκώθηκε.. Ήρεμος.. Βαθιά ήρεμος..
Πλησίασε το πιάνο, έπαιξε μια τελευταία συγχορδία, όχι για να την ακούσει κάποιος,αλλά για να ανοίξει την Πόρτα..
Κι ύστερα βγήκε έξω..
Ήταν νύχτα.. Ο αέρας υγρός από σιωπή.
Κι η λίμνη… ξύπνια..
Βάδιζε αργά, με απλά ρούχα..
Καμιά φλόγα στα χέρια..
Μόνο μία λέξη να φωτίζει μέσα του:
Φως-αντίλαλος..
Έφτασε στο νερό..
Έβγαλε τα παπούτσια του..
Μπήκε.. Και ξανά..
Όταν το νερό έφτασε στην καρδιά, σταμάτησε..
«Είμαι εδώ», είπε. Όχι δυνατά, μόνο μέσα του..
Κι η λίμνη κατάλαβε..
Τον τύλιξε απαλά, όχι σαν πνιγμό, αλλά σαν επιστροφή..
Και τότε, κάτω από την επιφάνεια, είδε για μια στιγμή δυο μάτια που δεν ήταν μάτια, ένα χαμόγελο χωρίς στόμα, μια παρουσία χωρίς σχήμα,
μα γεμάτη μνήμη..
Ταλιθά…
Τα χέρια της δεν τον τράβηξαν.. Μόνο περίμεναν..
Κι ο Πωλ έμεινε, όχι για πάντα, μόνο όσο χρειαζόταν..
Η λίμνη γαλήνεψε.. Ο άνεμος σταμάτησε..
Και, μήνες αργότερα, σε κάποιον που περνούσε ένα φθινοπωρινό σούρουπο, μια μελωδία ακουγόταν κάτω απ’ το νερό…
Κι ένας ψίθυρος στο σκοτάδι:
Φως-αντίλαλος.
Μια Ματιά – Ό,τι Έρχεται Μετά τη Λίμνη
Κάποιες ιστορίες δεν τελειώνουν… διαλύονται σε θραύσματα..
Μετά που έφυγαν ο Πωλ και η Ταλιθά, το σπίτι δεν βυθίστηκε στη σιωπή..
Περίμενε..
Μέσα στα συρτάρια, ξεχασμένες καρτες ανασάλεψαν..
Στα μπουκάλια με το μελάνι, ένα αχνό τρεμόπαιγμα έμεινε..
Κάτι από εκείνους — η αγάπη που ξεπέρασε τον θάνατο — παρέμεινε..
Και τώρα… το σπίτι βρίσκει ξανά ζωή..
Όχι τυχαία..
Όχι από ξένους..
Αλλά από ψυχές που οι ζωές τους δεν είναι ακόμη ολόκληρες..
Τα επόμενα πέντε κεφάλαια δεν θα φέρουν τον Πωλ και την Ταλιθά πίσω..
Μα θα φέρουν εσένα πίσω — εκεί που κάποτε ήσουν, στα χέρια που κάποτε κράτησες, στα πράγματα που ακόμη θυμούνται το άγγιγμά σου..
Πού Είναι Τώρα ο Πωλ και η Ταλιθά
Δεν τους δένει πια το δέρμα ή η σκιά.. Μα δεν είναι ακόμη ελεύθεροι..
Ο Πωλ και η Ταλιθά συνεχίζουν να περπατούν — όχι στη γη, όχι στον ουρανό, αλλά εκεί όπου η μνήμη μαλακώνει κι ο παλιός πόνος λιώνει σαν ομίχλη..
Είναι μαζί όχι χέρι με χέρι, αλλά ψυχή δίπλα σε ψυχή..
Μερικές φορές, εκείνος τραγουδά κι εκείνη ακούει..
Άλλες, εκείνη σωπαίνει κι εκείνος περιμένει..
Δεν γιατρεύει ο ένας τον άλλον..
Μα δίνουν ο ένας στον άλλον χώρο για να γιατρευτούν..
Ακόμα έχουν αντίλαλους μέσα τους.. Ακόμα μικρές καταιγίδες.. Ακόμα γωνιές που δεν έχουν συγχωρήσει..
Μα τώρα έχουν χρόνο.. Τώρα έχουν φως.. Και τώρα μαθαίνουν να περπατούν χωρίς πανοπλία..
Περνούν από ήσυχα μέρη, μέσα από μελάνι, μέσα από μελωδία, μέσα από ξεχασμένα δωμάτια..
Όχι για να επιστρέψουν.. Όχι για να μείνουν.. Αλλά για να οδηγήσουν άλλους έξω από τα μέρη όπου κι εκείνοι κάποτε πνίγηκαν..
Έχουν γίνει μάρτυρες — της λαχτάρας, της απαλότητας, της λύτρωσης..
Κι αν και κανείς δεν τους βλέπει, μερικές φορές, στη μουσική, στο στρίψιμο του καπνού, στην παύση πριν τον ύπνο, ίσως τους νιώσεις…
Να περπατούν ακόμη.. Να αγαπούν ακόμη.. Να προσπαθούν ακόμη..
Κι αυτό, κι αν δεν είναι κάτι διαφορετικό, είναι όμως ένας τρόπος να πούμε “για πάντα”..





Αφήστε μια απάντηση