Ο χρόνος δεν περνά όπως επιμένουν τα ρολόγια… Περνά μέσα από μάτια που αλλάζουν…
Και στα μάτια του Πωλ, κάτι είχε αρχίσει να ξεθωριάζει..
Όχι το πρόσωπό της…
Όχι η παρουσία της…
Αλλά… το όνομά της.
«Ταλιθά.»
Το ψιθύριζε στον εαυτό του ξανά και ξανά, μα κάθε φορά κάτι έλειπε…
Σαν να ήθελε να την προστατέψει από τη φθορά της ίδιας της λέξης…
Μια μέρα ήταν «εκείνη», μια άλλη «η σκιά»..
Κάποτε «η μουσική», και κάποτε «η ανάσα ανάμεσα στις νότες»..
Κι έπειτα, ένα ήσυχο απόγευμα, όπως όλα τα άλλα, βρήκε ένα μικρό, σκισμένο χαρτάκι μέσα στο παλιό του κουτί…
Ξεθωριασμένο μελάνι, μισοσβησμένα γράμματα…
Μα επάνω του, στη μυστική τους γραφή, έγραφε:
«Φωςαντίλαλος.»
Ένα όνομα που δεν ανήκε σε καμία ανθρώπινη γλώσσα… Μα τη στιγμή που το διάβασε, ήξερε… Ήξερε ότι δεν την είχε χάσει… Δεν την είχε ξεχάσει… Είχε απλώς αλλάξει σχήμα…
Είχε γίνει κάτι άλλο, κάτι απόλυτα δικό του…
Ένα όνομα που δεν χρειαζόταν μνήμη για να ειπωθεί, μόνο αποδοχή…
Και για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, ο Πωλ δεν πονούσε…
Εκείνο το βράδυ, χωρίς τελετή, χωρίς λόγια, χωρίς προειδοποίηση, κάθισε στο πιάνο…
Τα δάχτυλά του έπαιξαν μια μελωδία που δεν είχε ξαναπαίξει ποτέ…
Ήταν ήρεμη… Όχι θλιμμένη… Όχι χαρούμενη… Απλώς… γαλήνια…
Η μελωδία ενός τέλους που δεν ζητούσε πια τίποτα…
Όταν τελείωσε, σήκωσε τα χέρια του, περπάτησε ως το κρεβάτι και έκλεισε τα μάτια…
Κι όπως έφευγε, μια τελευταία νότα αντήχησε μέσα στο σπίτι… όχι από το πιάνο, αλλά από το φως που χυνόταν μέσα από το παράθυρο…
Και κάπου δίπλα στη λίμνη, ο άνεμος ψιθύρισε ένα όνομα που κανείς δεν άκουσε, μα όλοι ένιωσαν:
Φωςαντίλαλος…
Και για πρώτη φορά… δεν χρειάστηκε απάντηση…
Την επόμενη και τελευταία φορά…
Η μελωδία τελείωσε…
Μα κάποια τραγούδια αρχίζουν μόνο όταν πέσει η σιωπή..
Ο Πωλ περπατά προς τη λίμνη, εκεί όπου κάποτε τελείωσαν όλα… και ίσως, αρχίσουν ξανά…
Δεν θα υπάρχει κοινό… Ούτε τελευταία λόγια…
Μόνο ένας κυματισμός… Μια ανάσα… Μια μνήμη που γίνεται νερό…
Και η λίμνη… θυμάται…





Αφήστε μια απάντηση