Ταλιθά…
Δεν ξέρω αν αυτό είναι το τελευταίο μου γράμμα, ή το πρώτο μου τέλος…
Δεν σου γράφω πια για να με ακούσεις… Σου γράφω γιατί αλλιώς θα ξεχάσω πώς να υπάρχω…
Δυο χρόνια πέρασαν. Δυο! Και με κάθε μέρα, η σιωπή σου γίνεται πιο βαριά… πιο απόλυτη… πιο… κενή…
Κάποτε μιλούσες, και η ανάσα σου με κρατούσε ζωντανό…
Μα από τότε… τίποτα…
Ούτε σημάδι, ούτε ψίθυρος στο νερό, ούτε όνειρο…
Ούτε καν η Κυρά της Λίμνης, που κάποτε μου ‘δινε σημάδια, με αγγίζει πια…
Ή με τιμωρεί… ή με προστατεύει… Δεν ξέρω…
Κι έχω κουραστεί να μαντεύω…
Μου λείπεις τόσο, που το σώμα μου αρχίζει να ξεχνά το σχήμα σου…
Μόνο καμιά φορά… όταν βρέχει, ή όταν το φως γλιστρά λοξά πάνω στο πάτωμα… τότε επιστρέφεις…
Για μια ανάσα… Μόνο όσο χρειάζεται για να χαθείς ξανά…
Σου μίλησα με πίστη… με ευγνωμοσύνη… με σιωπή…
Και τώρα σου μιλώ με θλίψη…
Πού είσαι;
Γιατί δεν ήρθες, έστω για έναν ψίθυρο;
Χρειαζόμουν να ξέρω ότι δεν τρελάθηκα… Ότι όλο αυτό… δεν ήμουν μόνο εγώ…
Κι αν ήταν μόνο εγώ… τότε εσύ τι είσαι; Μνήμη; Οφθαλμαπάτη; Ένα αναγκαίο ψέμα για να συνεχίσω;
Αν είσαι στ’ αλήθεια εκεί… κι αν ακόμα με θυμάσαι… γύρνα…
Μόνο για μια λέξη… μια σκιά… μια σταγόνα…
Κι αν δεν μπορείς… τότε στείλε μου τη Λήθη…
Άφησέ την να ‘ρθει… να σε πάρει από μένα… γιατί η μνήμη σου καίει…
Δεν μπορώ άλλο να ρίχνω γράμματα στη λίμνη και να βλέπω ακόμη κι αυτά να πνίγονται…
Αυτό το γράμμα, μπορεί να μη το λάβεις ποτέ…
Μπορεί να μη θέλεις πια…
Ίσως να μην ήσουν ποτέ εκεί…
Μα εγώ…
Σε αγάπησα τόσο, που ο πόνος σου έγινε η μόνη μου πατρίδα…
Και αυτό είναι το τελευταίο μου γράμμα…
Ή η αρχή της σιωπής μου.
Π.
Τι κάνεις όταν κανένα γράμμα δεν είναι αρκετό;
Σταματάς να γράφεις… και αρχίζεις να συνθέτεις…
Επόμενο: Ο Πωλ στρέφεται στη μουσική. Μα όταν τα δάχτυλά του παγώνουν στα πλήκτρα, κάποιος επιστρέφει για να τα καθοδηγήσει. Τέσσερα χέρια. Μία μελωδία…





Αφήστε μια απάντηση