Το Τέλος – Ένας Σιωπηλός Αποχαιρετισμός
Η Ταλιθά έφυγε πρώτη..
Ένα βράδυ, όταν η λίμνη ήταν γαλήνια και το φεγγάρι ολόγιομο, έκλεισε τα μάτια της δίπλα στη φωτιά..
Το πρόσωπό της ήρεμο, τα χείλη της να ψιθυρίζουν το όνομα του Πωλ σαν προσευχή..
Ο Πωλ κράτησε το χέρι της μέχρι το τέλος..
Κι όταν η ανάσα της σταμάτησε, σήκωσε το βλέμμα του, και πάνω από την καλύβα, ο ουρανός άλλαζε..
Τα σύννεφα είχαν φουσκώσει, βαριά και σκούρα, σαν να πενθούσαν..
Μια κόκκινη λάμψη άναψε στα σπλάχνα του ουρανού..
Ο κεραυνός βρόντηξε, η αστραπή ούρλιαξε, κι από ψηλά ήρθαν τα κοράκια..
Πετούσαν αργά, σε τέλειους κύκλους, τα φτερά τους να χαράζουν πέρασμα στον ουρανό..
Η Ταλιθά πάντα τα αγαπούσε, εκείνα τα μαγικά πουλιά που την ακολουθούσαν σε ζωές και καιρούς, φύλακες της ψυχής της..
Τα σύννεφα φουσκωμένα, μια κόκκινη φλόγα στην πιο βαθιά κοιλιά του ουρανού, Ο κεραυνός ουρλιάζει, η αστραπή θρηνεί με μανία..
Ας έρθει η γαλήνη μέσα στην καταιγίδα, ας μαλακώσει ο ουρανός σε γαλάζιο και ρόδινο, Ας σβήσει ο ήλιος τον φόβο και ας σωπάσει τον πανικό.. Μα είναι νωρίς για ειρήνη.. Η καταιγίδα ακόμη κυβερνά, έξω και μέσα μας.. Καίμε με την ίδια πυρετώδη φλόγα..
Την πήρε στην αγκαλιά του, την έφερε στην άκρη της λίμνης, φίλησε τα μαλλιά της, ένα τελευταίο αντίο, και την άφησε να γλιστρήσει στο νερό, όπως η Κυρά της Λίμνης τους είχε διδάξει:
«Ό,τι αγάπησες εδώ, εδώ θα αναπαυθεί.»
Η λίμνη την δέχτηκε σιωπηλά..
Τα κύματά της μαλάκωσαν σαν χάδι, κι ο Πωλ έμεινε να κοιτάζει το σημείο όπου χάθηκε, μέχρι που το νερό ηρέμησε ξανά..
Δέκα χρόνια σιωπής
Δέκα μακριά χρόνια ξεχασμού..
Ο Πωλ έμεινε στην ξύλινη καλύβα, φροντίζοντας το δάσος, μπαλώνοντας τα δίχτυα προστασίας..
Μα κάθε βράδυ, όταν έπεφτε το σκοτάδι, κατέβαινε στη μυστική βιβλιοθήκη και τραβούσε κοντά του τα βιβλία που της διάβαζε..
Είχε μάθει να αγαπά τη σιωπή γιατί εκεί, μέσα της, εκείνη ακόμη ζούσε..
Κι όταν τα χέρια του βάρυναν και η φωνή του ράγισε, περπάτησε ξανά ως τη λίμνη..
Στάθηκε όπως τότε, τη νύχτα που την άφησε, και άφησε το βλέμμα του να χαθεί μέσα στα νερά..
«Έρχομαι σε σένα…» ψιθύρισε.
Κι έπειτα άφησε το σώμα του να βυθιστεί, κι η λίμνη τον αγκάλιασε απαλά..
Τα δέντρα αναστέναξαν, οι όχθες σώπασαν, σαν να ήξεραν..
Και οι δυο ήταν ξανά μαζί..
Και έτσι, η ιστορία τους έκλεισε.
Δύο καρδιές έγιναν ένα με τη λίμνη.. Δύο ψυχές που βρέθηκαν πέρα από τον χρόνο.. Κι η λίμνη… η λίμνη έμεινε.. Ήρεμη.. Να τους κρατά για πάντα..
Οι Ψίθυροι της Λίμνης
Τα χρόνια πέρασαν.. Οι ξένοι δεν ξαναγύρισαν, και η λίμνη έμαθε να κρατά τις μνήμες της βαθιά.. Μα τις νύχτες που το φεγγάρι γέμιζε, τα νερά της ακόμη μιλούσαν..
Λένε πως όποιος σταθεί σιωπηλά στην όχθη, μπορεί να ακούσει τις φωνές τους: δύο ψίθυροι, πλεγμένοι σαν κύματα..
Η μία φωνή να ρωτά απαλά, κι η άλλη να απαντά με βεβαιότητα..
— «Με θυμάσαι;» ρωτά η λίμνη με τη φωνή της Ταλιθά..
— «Πάντα…» απαντά η λίμνη με τη φωνή του Πωλ..
Το Παιδί στην Όχθη
Ένα βράδυ, ένα μικρό κορίτσι στάθηκε στην άκρη της λίμνης.. Είχε φύγει από το γλέντι του χωριού, τραβηγμένη από το φως του φεγγαριού..
Το νερό έλαμπε, και άκουσε κάτι, αχνό, σχεδόν σαν τραγούδι:
«Θα γευτώ τη δροσιά του κορμιού σου, σταγόνα τη σταγόνα στο ποτήρι.. και θα την πιω την αυγή, γουλιά τη γουλιά, καθώς αντικρίζω ξανά τη γιορτή της ζωής…»
Κοίταξε γύρω, μα δεν ήταν κανείς.. Μόνο η λίμνη, και η σιωπή των δέντρων.. Δεν το είπε ποτέ σε κανέναν..
Μα χρόνια μετά, το έγραψε σε ένα γράμμα που δεν έστειλε.
Η Μάγισσα στις Σκιές
Κάποτε — ή ίσως την ίδια στιγμή — μια γυναίκα με ασημένια μαλλιά και αθόρυβα βήματα ήρθε στην όχθη..
Δεν μίλησε, μα κρατούσε ένα κερί κι ένα μικρό φθαρμένο βιβλίο..
Γονάτισε, άγγιξε τη λίμνη και ψιθύρισε σαν ξόρκι:
«Μυρωδιές εκκλησιάς: λιβάνι, κερί και κρασί… κι η ευωδιά του δέρματος, βρεγμένου από τον χρόνο..
Άρωμα ρόδων, γιασεμιού, γαρδένιας… και ενός σώματος, κουρασμένου μα αγαπημένου.»
Η φλόγα τρεμόπαιξε.. Τα δέντρα λύγισαν..
Και κάπου, βαθιά στη λίμνη, κάτι αναδεύτηκε — σαν να θυμήθηκε..
Ο Κρυμμένος Πάπυρος
Κάτω από την καλύβα, εκεί όπου τα ράφια της βιβλιοθήκης είχαν σκεπαστεί με βρύα κι οι άνθρωποι δεν τολμούσαν να μπουν, ένα παιδί βρήκε έναν λεπτό πάπυρο δεμένο με κόκκινη κλωστή..
Η μελάνη ξεθωριασμένη, μα κάποιοι στίχοι έλαμπαν σχεδόν στο σκοτάδι:
«Θα πιω απ’ τη ζωή του κορμιού σου, στην ώρα που ο πόνος σου θα γίνει δύναμη.. Κι εγώ ο ίδιος θα παραδοθώ — σαν δαίμονας που ήρθε να πάρει την ψυχή μου…»
Καμιά υπογραφή, κανένα όνομα..
Μόνο μια τελευταία γραμμή: «Γραμμένο από μία γυναίκα που αγάπησε, και κάηκε..»
Οι χωριανοί και οι περαστικοί απορούσαν..
Μα όσοι ήξεραν να ακούν με την καρδιά, όσοι αγαπούσαν χωρίς όρια, καταλάβαιναν..
Ήξεραν πως η λίμνη είναι γεμάτη από την ανάσα εκείνων που θυσιάστηκαν για να την κρατήσουν καθαρή, όμορφη και ελεύθερη..
Τα παιδιά διηγούνται ιστορίες: ότι αν βουτήξεις το χέρι σου στο νερό, μπορεί να νιώσεις την αγάπη τους να σε χαϊδεύει σαν κύμα..
Ότι αν καθίσεις ήσυχα, μπορεί να νιώσεις το άγγιγμα δύο εραστών που ενώθηκαν με τη φύση..
Κι η λίμνη… πάντα γαλήνια, πάντα ζωντανή..
Στην επιφάνειά της καθρεφτίζεται ο ουρανός, και στα βάθη της φυλά για πάντα εκείνους που την αγάπησαν..
Η ιστορία τους έγινε παραμύθι..
Και το παραμύθι έγινε θρύλος..
Ένας θρύλος που ταξιδεύει με το νερό, για να θυμίζει πως η αληθινή αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ — γίνεται ψίθυρος που τραγουδά για πάντα στο φως του φεγγαριού..
Κι έτσι, το παραμύθι τους κλείνει..
Ένα μυστικό που φυλά η λίμνη και όσοι βλέπουν με την καρδιά..
Γεύση κανέλας… και ροδιού… βασιλικού, μέντας… και ενός σώματος θεϊκού…
Η γεύση της αγάπης, και της λύπης, και του πόθου…
«Ό,τι τελειώνει εδώ… θα επιστρέψει μια μέρα — ψιθυρισμένο κάτω από ανθισμένες κερασιές, σε μια χώρα όπου οι παλιές ψυχές θυμούνται.»
Σημείωμα Δημιουργού – Η Αλήθεια πίσω από το Παραμύθι
Αυτή η ιστορία γεννήθηκε από κάτι αληθινό..
Ο Πωλ και η Ταλιθά δεν ήταν ποτέ απλώς χαρακτήρες ήταν δύο άνθρωποι, δεμένοι πραγματικά, σε μια ζωή που δεν ήξερε πώς να τους κρατήσει..
Εκείνος, μια ψυχή που πνίγηκε στο βάθος των συναισθημάτων του, συχνά σιωπηλός, παρασυρμένος από τα κύματα μέσα του..
Εκείνη, να κουβαλά το βάρος του χρόνου — έναν ήσυχο φόβο πως αυτή η σχέση ήταν ακατάλληλη για αγάπη, ακόμη κι όταν όλα έδειχναν το αντίθετο..
Γνωρίστηκαν στη λάθος στιγμή… ή μήπως στη σωστή;
Ίσως στην στιγμή που σου μαθαίνει κάτι που η ψυχή σου δεν ξεχνά ποτέ..
Το παραμύθι ντύνει την αλήθεια τους με πιο απαλό νήμα..
Στην ιστορία, η μαγεία τούς ζητά να θυσιάσουν τη μνήμη..
Στη ζωή, ήταν ο φόβος και η σιωπή που ζήτησαν το τίμημά τους..
Μα η αγάπη, ακόμη κι αν δεν βρήκε ποτέ την πλήρη φωνή της, αφήνει ηχώ..
Κι από αυτές τις ηχώ, γεννήθηκε αυτό το παραμύθι..
Και η λίμνη… δεν σίγησε ποτέ.
Γιατί ακόμη και μετά το τέλος, οι ψυχές βρίσκουν τρόπους να μιλούν..
Σύντομα, θα ανοίξουν 5 νέα κεφάλαια, με γράμματα που στάλθηκαν, αλλά δεν έφτασαν ποτέ.. κι εμείς θα ακολουθήσουμε τις λέξεις τους μέσα στο χρόνο, μέχρι την ημέρα που οι φωνές τους ίσως συναντηθούν ξανά..










Αφήστε μια απάντηση