Η αυγή ανέτειλε απαλά πάνω από τη λίμνη. Τα νερά είχαν ξαναβρεί την ησυχία τους, σαν να μην είχαν ταραχτεί ποτέ..
Μα για τον Πωλ και την Ταλιθά, τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο..
Είχαν χάσει τη μνήμη της αγάπης τους, όχι εντελώς, μα σαν σκιά.. Η ιστορία τους ζούσε μέσα στα κόκαλά τους, όχι στο μυαλό.. Δεν θυμούνταν όλα τα φιλιά, όλες τις υποσχέσεις, μα κάποτε στα όνειρά τους, τα χέρια ακόμα αναζητούσαν το ένα το άλλο σαν ρίζες που ψάχνουν για νερό..
Η αγάπη τους είχε αλλάξει.. Είχε γίνει σιωπηλή, ώριμη, ένα βλέμμα που δεν χρειαζόταν πια φλογερά λόγια, ένα άγγιγμα που δεν ποθούσε πια τη φωτιά του πάθους..
Η καρδιά τους είχε χάσει λίγη από τη φλόγα της, μα είχε κερδίσει κάτι άλλο: μια ήρεμη πίστη. Τη γνώση πως αυτό που σώζεται αξίζει περισσότερο από ό,τι καίγεται..
Ζούσαν ακόμα στην ξύλινη καλύβα.. Η κουζίνα μύριζε καφέ κάθε πρωί, η φωτιά έκαιγε κάθε βράδυ, και η υπόγεια βιβλιοθήκη έγινε ξανά το καταφύγιό τους. Μα τα βιβλία δεν μιλούσαν πια για ταξίδια.. Μιλούσαν για μνήμες, για όσα σώθηκαν, και για όσα χάθηκαν..
Κάποιες φορές η Ταλιθά σταματούσε να μιλά και κοιτούσε έξω από το παράθυρο, σαν να κυνηγούσε ένα συναίσθημα χωρίς όνομα..
Και ο Πωλ .. την κοιτούσε κι αυτός.. Και πονούσε, ήσυχα, μ’ έναν πόνο παλιό..
Και τότε, σαν ψίθυρος μέσα από τα δέντρα, μια φράση τρύπωνε και στους δυο. Όχι σαν ανάμνηση, αλλά σαν προσευχή:
“Και το ηλιοβασίλεμα που σε έβρισκε χαμένο, μέσα σε χρώματα μαβιά και θλίψη περισσή, να το θυμάσαι και να λες..
έτσι ήτανε γραμμένο: να ζήσω όμορφες στιγμές, να ζήσω με ηδονή…”
“Ματώνει, λένε, ο χωρισμός, ματώνει, δεν σκοτώνει…
Κι όμως, με άφησες απλά μια τρυφερή αυγή.. Από το στερνό σου χάδι, μάζεψα αναμνήσεις, και τις ακούμπησα σε κάτασπρο χαρτί…”
Δεν ήξεραν από πού ερχόταν αυτές οι λέξεις.. Ίσως από κάποιο όνειρο.. Ίσως από το νερό της λίμνης.. Μα κάθε φορά που τις άκουγαν, κάτι άγγιζε την ψυχή τους..
Μια αγάπη που μάτωσε, μα δεν πέθανε..
Το Τέλος
Οι ξένοι έφυγαν με τον καιρό.. Ίσως γιατί η λίμνη δεν τους έδινε πια ό,τι ζητούσαν, ή ίσως γιατί ένιωθαν κάτι αόρατο να τους κρατά μακριά..
Η λίμνη έμεινε ήσυχη.. Ο άνεμος συνέχιζε να παίζει στα κλαδιά, το νερό να ψιθυρίζει μυστικά.. Η ξύλινη καλύβα, φρουρός βουβός πλάι στο νερό, έμοιαζε να μεγαλώνει με τα χρόνια, όχι σε μέγεθος, αλλά σε νόημα.. Έγινε το σύμβολο αυτού που μπορεί να ανθίσει, ακόμη κι όταν το τίμημα είναι βαρύ..
Η Ταλιθά και ο Πωλ έζησαν εκεί μέχρι που τα μαλλιά τους γκρίζαραν.. Τα πρωινά τους άρχιζαν πάντα στην κουζίνα, τα βράδια τους τελείωναν στη βιβλιοθήκη..
Και ό,τι κι αν άλλαξε, η σιωπή ανάμεσά τους είχε γίνει πια συμφωνία..
Δεν πονούσε. Ήταν σαν ανάσα, ελαφριά, απαραίτητη, αληθινή..
Και μέσα της, μερικές φορές, ακουγόταν ακόμη ένας στίχος παλιός..
Μια υπόσχεση που είχε ξεχαστεί, μα ποτέ δεν χάθηκε..
Συνεχίζεται..
Η ιστορία του Πωλ και της Ταλιθά, φτάνει στο τέλος της.. ένα κεφάλαιο ακόμα..
“Εκεί που η αγάπη έγινε σιωπή…”







Αφήστε μια απάντηση