Κεφάλαιο ΙΙΙ – Η Νύχτα του Τιμήματος

Κάποιες αγάπες λάμπουν πιο δυνατά.. λίγο πριν σβήσουν..

Η λίμνη είχε πάντα μαγεία μέσα της, μα κανείς δεν το ήξερε, εκτός από τους εραστές και τα πλάσματα που ζούσαν στα νερά της..
Η Ταλιθά και ο Πωλ ήξεραν: κάθε σταγόνα έκρυβε μια μνήμη, κάθε νούφαρο ψιθύριζε προσευχές, κάθε ρυάκι κουβαλούσε μυστικά..

Κι όταν οι ξένοι πάτησαν στις όχθες της, έκαναν αυτό που μόνο οι αληθινοί φύλακες θα τολμούσαν: κάλεσαν τη δύναμη που κοιμόταν στα βάθη της..

Η Κυρά της Λίμνης

Εκείνο το βράδυ στάθηκαν στο πιο βαθύ σημείο.. Το νερό λαμποκοπούσε κάτω απ’ το φεγγάρι, κρύο, μα περίεργα παρηγορητικό..
Τα δάχτυλά τους πλεγμένα, όχι για ζεστασιά, αλλά για θάρρος..

Κι από κάτω, ανέβηκε Εκείνη:


..Μια όμορφη γυναίκα με μάτια σαν άστρα και ασημένιες κλωστές φυκιών στεφάνι στο κεφάλι..
Η φωνή της κυλούσε αργά, σαν νερό που περνά πάνω από λησμονημένες πέτρες..

«Γιατί με καλέσατε, παιδιά του νερού;»

«Οι ξένοι ήρθαν να πάρουν ό,τι αγαπάμε», είπε η Ταλιθά, κι οι σταγόνες των δακρύων της ενώθηκαν με τη λίμνη..

«Θέλουμε να προστατέψουμε τη λίμνη… κι ό,τι κρύβει», πρόσθεσε ο Πωλ, με φωνή που έτρεμε σαν προσευχή..

Η Κυρά σήκωσε τα χέρια της.. Βάτραχοι, φίδια, και ψάρια με φεγγαρόφωτα λέπια κολύμπησαν κυκλικά γύρω τους.. Η μαγεία παλλόταν σε κάθε κυματισμό..

«Θα σας βοηθήσω. Μα θυμηθείτε: η μαγεία πάντα ζητάει αντίτιμο.»

Βύθισε τα δάχτυλά της στο νερό, ψιθυρίζοντας ξόρκια σε γλώσσα ξεχασμένη.. Τα δίχτυα που είχαν υφάνει έγιναν αόρατα και απροσπέλαστα.. Τα δέντρα σκλήρυναν τον φλοιό τους.. Ο άνεμος έμαθε να ουρλιάζει μόνο όταν πλησίαζαν ξένοι..

Αλλά το τίμημα — ήταν τα πάντα..

«Για κάθε νύχτα που η λίμνη θα πολεμά για σας», είπε, «οι καρδιές σας θα βαραίνουν.. Για κάθε όπλο που θα φτιάχνετε, ένα κομμάτι της αγάπης σας θα χάνεται.. Είστε έτοιμοι;»

Κοιτάχτηκαν..

Το σπίτι.. Η βιβλιοθήκη.. Η λίμνη.. Οι μνήμες.. Τα όνειρα.. Τα πάντα..

«Είμαστε έτοιμοι», είπαν..

Κι Εκείνη χαμογέλασε με λύπη.

Η Νύχτα του Τιμήματος

Ο πόνος δεν έχει φωνή.. Μόνο αντίλαλο..

Ήταν νύχτα, κι η λίμνη έλαμπε κάτω από ένα σπασμένο φεγγάρι, η αντανάκλασή του κυμάτιζε, λες κι ακόμη και ο ουρανός έκλαιγε
για ό,τι θα χανόταν.. Ο άνεμος ψιθύριζε στα δέντρα, όχι σαν νανούρισμα, αλλά σαν μοιρολόι..
Η σιωπή ανάμεσα στην Ταλιθά και τον Πωλ δεν ήταν άδεια ήταν γεμάτη με όλα όσα έλεγαν κάποτε κι άλλο δεν μπορούσαν..

Κάθονταν στην όχθη, τα δάχτυλά τους μπλεγμένα.. Μα ακόμη κι αυτή η αφή, που κάποτε έκαιγε, είχε λεπταίνει, σαν κλωστή που ξηλώνεται με κάθε παλίρροια..

Το κεφάλι της στο ώμο του.. Μα η μνήμη της είχε αρχίσει να φεύγει..

«Το νιώθεις κι εσύ;» ρώτησε.. 
Η φωνή της δεν έτρεμε, ήταν ήσυχη, πολύ ήσυχη, σαν κάτι να είχε ήδη πεθάνει μέσα της..

«Το νιώθω», είπε.. 
Και ήταν αλήθεια.. 
Ένιωθε σαν κάποιος να του είχε αδειάσει το στήθος και να είχε αφήσει μέσα του μόνο ένα όνομα, το δικό της..
Η φωνή του έσπασε, όχι δυνατά, αλλά όπως σπάει το παλιό ξύλο κάτω από βάρος που δεν αντέχει..

Τον κοίταξε.. Τα μάτια της στεγνά.. Όχι γιατί ο πόνος είχε φύγει, αλλά γιατί είχε γίνει υπερβολικά γνώριμος για να τον κλάψει..

«Μου λείπει το ‘εμείς’», ψιθύρισε..

Κι εκείνος λύγισε..

Σηκώθηκε απότομα, κι έφυγαν πουλιά από τα κλαδιά.. Περπάτησε λίγα βήματα προς το δάσος και έσφιξε τις γροθιές του μέχρι να ματώσουν τα νύχια του..

–  «Δεν θυμάμαι πια…» είπε σχεδόν στον εαυτό του.. «Τον ήχο του γέλιου σου.. Τον τρόπο που ανέπνεες στον ύπνο.. Φεύγουν.. ένα ένα κομμάτι..»

Χτύπησε τη γη με τη γροθιά του ξανά και ξανά, μέχρι που το χώμα έσπασε κάτω του.. Κι όμως, δεν σταματούσε..

Η Ταλιθά έκλεισε τα μάτια.. Θυμόταν τα πάντα.. πάρα πολλά..
Το πρώτο τους φιλί σαν φωτιά στο σκοτάδι..
Τη μυρωδιά του ξύλινου σπιτιού γεμάτη κανέλα και ύπνο..
Την απαλότητα στο βλέμμα του όταν νόμιζε πως δεν τον έβλεπε κανείς..

Μα τώρα, όταν την κοιτούσε, είχε ακόμη αγάπη, ναι, μα θολή.. Ξεθωριασμένη.. Σαν φωτογραφία που την άγγιξαν πάρα πολλές φορές..

«Αν ξυπνήσω μια μέρα», είπε, «και δεν μπορώ πια να σε αγαπώ όπως τώρα…»

Ο Πωλ γονάτισε μπροστά της, το μέτωπο στα γόνατά της.. Οι ώμοι του έτρεμαν.. – «Θα σ’ αγαπώ και για τους δυο», ψιθύρισε.
«Ακόμη κι αν είμαι ο μόνος που θυμάται τι είχαμε… ακόμη κι αν με ξεχάσεις τελείως.»

Δεν υπήρχαν άλλα ξόρκια.. Ούτε υποσχέσεις.. Μόνο το σπάσιμο κάποιου ιερού δεσμού και η αβάσταχτη επιλογή να το σπάσουν ξανά την επόμενη νύχτα, και την επόμενη, για χάρη της λίμνης..

Τα πλάσματα του νερού αναδύθηκαν: βάτραχοι με μάτια πένθιμα, ψάρια που τους περικύκλωναν σαν σιωπηλοί μάρτυρες.. Ακόμη και η Κυρά της Λίμνης, κάπου στα βάθη, σίγουρα θα έκλαψε εκείνη τη νύχτα, γιατί αυτό ήταν το τίμημα που τους είχε προειδοποιήσει..

Και δεν ήταν μόνο η αγάπη που έχαναν.. Ήταν η μνήμη της αγάπης..

Ξάπλωσαν δίπλα-δίπλα, κρατώντας τα χέρια σαν σωσίβια.. Μα κάτι είχε αλλάξει, όχι με θυμό, χειρότερα, με παραίτηση..

Η φωτιά δεν είχε σβήσει.. Μα τρεμόπαιζε στις σκιές, ανασφαλής για τη ζεστασιά της..

Κι όταν ήρθε η αυγή, η λίμνη ήταν πάλι γαλήνια, ανέγγιχτη, όμορφη, αιώνια..

Η Ταλιθά κι ο Πωλ έμειναν να κοιτούν τη σιωπή, αλάτι στα μάγουλά τους, ανάσα κομμένη..
Και η λίμνη, ως αντάλλαγμα, δεν τους έδωσε τίποτα πέρα από μια παύση..

Όχι ευγνωμοσύνη..
Όχι μαγεία..
Μόνο σιωπή..

Συνεχίζεται…
Μα η σιωπή δεν είναι ειρήνη.. Κι η απώλεια δεν είναι τέλος.. Κάτι αρχαίο ξυπνά, και γνωρίζει το σχήμα της θλίψης καλύτερα απ’ όσο η αγάπη θα μπορούσε ποτέ..

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: This content is reserved for quiet readers.. thank you..